Kαὶ ἔγημέ τε ὑπ’ ἀνάγκης – Ξενοφών Εφέσιος, Εφεσιακά


Η υπόθεση των αρχαιοελληνικών μυθιστορημάτων είναι παρόμοια. Δύο νέοι εκπάγλου κάλλους ερωτεύονται, αλλά μπλέκουν σε τερατωδώς εξωφρενικές περιπέτειες, ώσπου να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Στις περιπέτειες αυτές όλοι σχεδόν οι άντρες που έχουν κάποιον ρόλο στην ιστορία ερωτεύονται διακαώς την όμορφη νέα. Τον όμορφο νέο ερωτεύονται διακαώς όλες σχεδόν οι γυναίκες της ιστορίας και αρκετοί άνδρες. Αλλά οι δύο νέοι στέκουν βράχοι ηθικής και, όπως συμβαίνει στα παραμύθια, δικαιώνονται. Πρώτα, ωστόσο, κάθε μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να πιλατέψει το ερωτευμένο ζευγάρι και τους αναγνώστες. Θάβουν ζωντανούς τους πρωταγωνιστές, τους πουλούν δούλους, τους ρίχνουν στα χέρια αδίστακτων ληστών, τους καταδικάζουν σε θάνατο. Αυτά είναι τα απολύτως απαραίτητα, τα επιπλέον εξαρτώνται από την ευρηματικότητα του συγγραφέα.
Σε προγενέστερη ανάρτηση είδαμε αποσπάσματα από τα Αιθιοπικά του Ηλιόδωρου, την υπερπαραγωγή των μυθιστορημάτων. Σήμερα θα ασχοληθούμε με το λιγότερο γνωστό από τα σωζόμενα αρχαιοελληνικά μυθιστορήματα, τα Εφεσιακά του Ξενοφώντα Εφέσιου. Στα Εφεσιακά οι ερωτευμένοι νέοι ονομάζονται Ανθία και Αβροκόμης. Χαρακτηριστικό των αρχαίων μυθιστορημάτων αποτελούν οι εγκιβωτισμένες διηγήσεις. Ας ξεκινήσουμε με δύο από αυτές. Η πρώτη ανήκει στον Ιππόθοο, ο οποίος παίζει τον ρόλο του διαβόητου ληστή που αιχμαλωτίζει την Ανθία, αλλά στην πορεία συνδέεται φιλικά, και μάλιστα στενά, με τον Αβροκόμη, χωρίς να γνωρίζει πως ο φίλος του αγαπά και αναζητεί την κοπέλα που βρισκόταν στην κατοχή του. Πριν, όμως, ο Ιππόθοος στραφεί στον κακό δρόμο της ληστείας έζησε έναν φουλ σοροπιασμένο έρωτα. 

Ἐγὼ ἔφη εἰμὶ τὸ γένος πόλεως Περίνθου (πλησίον δὲ τῆς Θρᾴκης ἡ πόλις) τῶν τὰ πρῶτα ἐκεῖ δυναμένων· ἀκούεις δὲ καὶ τὴν Πέρινθον ὡς ἔνδοξος, καὶ τοὺς ἄνδρας ὡς εὐδαίμονες ἐνταῦθα. Ἐκεῖ νέος ὢν ἠράσθην μειρακίου καλοῦ· ἦν δὲ τὸ μειράκιον τῶν ἐπιχωρίων· ὄνομα Ὑπεράνθης ἦν αὐτῷ. Ἠράσθην δὲ τὰ πρῶτα ἐν γυμνασίοις διαπαλαίοντα ἰδὼν καὶ οὐκ ἐκαρτέρησα. Ἑορτῆς ἀγομένης ἐπιχωρίου καὶ παννυχίδος ἐπ’ αὐτῆς πρόσειμι τῷ Ὑπεράνθῃ καὶ ἱκετεύω κατοικτεῖραι· ἀκοῦσαν δὲ τὸ μειράκιον πάντα ὑπισχνεῖται κατελεῆσάν με. Καὶ τὰ πρῶτά γε τοῦ ἔρωτος ὁδοιπορεῖ φιλήματα καὶ ψαύσματα καὶ πολλὰ παρ’ ἐμοῦ δάκρυα· τέλος δὲ ἠδυνήθη μεν καιροῦ λαβόμενοι γενέσθαι μετ’ ἀλλήλων μόνοι καὶ τὸ τῆς ἡλικίας [ἀλλήλοις] ἀνύποπτον ἦν. Καὶ χρόνῳ συνῆμεν πολλῷ, στέργοντες ἀλλήλους διαφερόντως, ἕως δαίμων τις ἡμῖν ἐνεμέσησε. Καὶ ἔρχεταί τις ἀπὸ Βυζαντίου (πλησίον δὲ τὸ Βυζάντιον τῇ Περίνθῳ) ἀνὴρ τῶν τὰ πρῶτα ἐκεῖ δυναμένων, [ὃς] ἐπὶ πλούτῳ καὶ περιουσίᾳ μέγα φρονῶν· Ἀριστόμαχος ἐκαλεῖτο. Οὗτος ἐπιβὰς εὐθὺς τῇ Περίνθῳ, ὡς ὑπό τινος ἀπεσταλμένος κατ’ ἐμοῦ θεοῦ, ὁρᾷ τὸν Ὑπεράνθην σὺν ἐμοὶ καὶ εὐθέως ἁλίσκεται, τοῦ μειρακίου θαυμάσας τὸ κάλλος, πάντα ὁντινοῦν ἐπάγεσθαι δυνάμενον. Ἐρασθεὶς δὲ οὐκέτι μετρίως κατεῖχε τὸν ἔρωτα, ἀλλὰ τὰ μὲν πρῶτα τῷ μειρακίῳ προσέπεμπεν· ὡς δὲ ἀνήνυτον ἦν αὐτῷ (ὁ γὰρ Ὑπεράνθης διὰ τὴν πρὸς ἐμὲ εὔνοιαν οὐδένα προσίετο), πείθει τὸν πατέρα αὐτοῦ, πονηρὸν ἄνδρα καὶ ἐλάττονα χρημάτων· ὁ δὲ αὐτῷ δίδωσι τὸν Ὑπεράνθην προφάσει διδασκαλίας· ἔλεγε γὰρ εἶναι λόγων τεχνίτης. Παραλαβὼν δὲ αὐτὸν τὰ μὲν πρῶτα κατάκλειστον εἶχε, μετὰ τοῦτο δὲ ἀπῆρεν ἐς Βυζάντιον. Εἱπόμην κἀγώ, πάντων καταφρονήσας τῶν ἐμαυτοῦ, καὶ ὅσα ἐδυνάμην συνήμην τῷ μειρακίῳ· ἐδυνάμην δὲ ὀλίγα, καί μοι φίλημα σπάνιον ἐγίνετο καὶ λαλιὰ δυσχερής· ἐφρουρούμην δὲ ὑπὸ πολλῶν. Τελευταῖον οὐκέτι καρτερῶν, ἐμαυτὸν παροξύνας ἐπάνειμι εἰς Πέρινθον καὶ πάντα ὅσα ἦν μοι κτήματα ἀποδόμενος, συλλέξας ἄργυρον εἰς Βυζάντιον ἔρχομαι καὶ λαβὼν ξιφίδιον (συνδοκοῦν τοῦτο καὶ τῷ Ὑπεράνθῃ) εἴσειμι νύκτωρ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἀριστομάχου καὶ εὑρίσκω συγκατακείμενον τῷ παιδὶ καὶ ὀργῆς πλησθεὶς παίω τὸν Ἀριστόμαχον καιρίαν. Ἡσυχίας δὲ οὔσης καὶ πάντων ἀναπαυομένων ἔξειμι ὡς εἶχον λαθών, ἐπαγόμενος καὶ τὸν Ὑπεράνθην, καὶ δι’ ὅλης νυκτὸς ὁδεύσας εἰς Πέρινθον, εὐθὺς νεὼς ἐπιβὰς οὐδενὸς εἰδότος ἔπλεον εἰς Ἀσίαν. Καὶ μέχρι μέν τινος διήνυστο εὐτυχῶς ὁ πλοῦς· τελευταῖον δὲ κατὰ Λέσβον ἡμῖν γενομένοις ἐμπίπτει πνεῦμα σφοδρὸν καὶ ἀνατρέπει τὴν ναῦν. Κἀγὼ μὲν τῷ Ὑπεράνθῃ συνενηχόμην ὑπιὼν αὐτῷ καὶ κουφοτέραν τὴν νῆξιν ἐποιούμην· νυκτὸς δὲ γενομένης οὐκέτι ἐνεγκὸν τὸ μειράκιον παρείθη τῷ κολύμβῳ καὶ ἀποθνῄσκει. Ἐγὼ δὲ τοσοῦτον ἠδυνήθην τὸ σῶμα διασῶσαι ἐπὶ τὴν γῆν καὶ θάψαι· καὶ πολλὰ δακρύσας καὶ στενάξας, ἀφελὼν λείψανα καὶ δυνηθεὶς εὐπορῆσαί που ἑνὸς ἐπιτηδείου λίθου στήλην ἐπέστησα τῷ τάφῳ καὶ ἐπέγραψα εἰς μνήμην τοῦ δυστυχοῦς μειρακίου ἐπίγραμμα παρ’ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν καιρὸν πλασάμενος
Ἱππόθοος κλεινῷ τεῦξεν τόδε σῆμ’ Ὑπεράνθῃ,
οὐ τάφον ἐκ θανάτου ἀγαθὸν ἱεροῖο πολίτου
ἐς βάθος ἐκ γαίης, ἄνθος κλυτόν, ὅν ποτε δαίμων
ἥρπασεν ἐν πελάγει μεγάλου πνεύσαντος ἀήτου.


«Εγώ», είπε, «κατάγομαι από την Πέρινθο (η πόλη αυτή βρίσκεται κοντά στη Θράκη), και η οικογένειά μου ήταν από τις ισχυρότερες εκεί· σίγουρα θα έχεις ακούσει για την Πέρινθο, πόσο ξακουστή είναι και πόσο ευημερούν οι άνθρωποι σ’ αυτήν. Εκεί όταν ήμουν νέος, ερωτεύτηκα ένα ωραίο αγόρι της περιοχής, που το έλε­γαν Υπεράνθη. Το πάθος μου γι’ αυτόν γεννήθηκε όταν τον είδα στο γυμναστήριο να ασκείται στην πάλη, και δεν μπορούσα πια να αντέξω. Μια μέρα λοιπόν που τελείτο μια τοπική γιορτή με θρησκευτική ολονυχτία, πλησιάζω τον Υπεράνθη και τον ικετεύω να με λυπηθεί∙ το αγόρι, όταν με άκουσε, συγκινήθηκε από το πάθος μου και μου υποσχέθηκε τα πάντα. Έτσι άρχισε το πρώτο στάδιο του έρωτά μας, με φιλιά, αγγίγματα και πολλά δικά μου δάκρυα∙ τέλος κατορθώσαμε σε μια κατάλληλη στιγμή να βρεθούμε μόνοι μαζί, και κανείς δεν μας υποπτευόταν, επειδή ήμασταν συνομήλικοι. Η σχέση μας κράτησε για μεγάλο διάστημα και αγαπιόμασταν πολύ, μέχρι που κάποιος θεός ζήλεψε την ευτυχία μας. Μια μέρα ήλθε από το Βυζάντιο (το Βυζάντιο βρίσκεται κοντά στην Πέρινθο) ένας άντρας από τους επιφανέστερους στην πόλη του, που καυχιόταν για τα πλούτη και την περιουσία του∙ το όνομά του ήταν Αριστόμαχος. Με το που πάτησε λοιπόν αυτός το πόδι του στην Πέρινθο, λες και τον είχε στείλει κάποιος θεός για να με καταστρέψει, βλέπει στο πλευρό μου τον Υπεράν­θη και αμέσως τον ερωτεύεται∙ τον θάμπωσε η ομορφιά του αγοριού, που δεν μπορούσε να αφήσει κανέναν ασυ­γκίνητο. Από τη στιγμή που τον ερωτεύτηκε, δεν μπο­ρούσε να ελέγξει το πάθος του∙ στην αρχή του έστελνε μεσολαβητές, επειδή όμως δεν κατόρθωνε τίποτε (γιατί ο Υπεράνθης, από την αγάπη του για μένα, δεν άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει), έπεισε τον πατέρα του, άν­θρωπο χαμερπή και φιλοχρήματο∙ αυτός λοιπόν του πα­ρέδωσε τον Υπεράνθη με το πρόσχημα της εκπαίδευσης· γιατί ο Αριστόμαχος ισχυριζόταν πως ήταν δάσκαλος της ρητορικής. Μόλις το αγόρι έπεσε στα χέρια του, το κρατούσε κλειδωμένο, και μετά το πήρε μαζί του στο Βυζάντιο. Τους ακολούθησα κι εγώ αφήνοντας πίσω μου τα πάντα, και αναζητούσα την παραμικρή ευκαιρία να δω τον Υπεράνθη· όμως δεν κατόρθωνα πολλά: κάποια σπάνια φιλιά, κάποια λόγια με χίλια εμπόδια, αυτό ήταν όλο· ήμουν, βλέπεις, υπό διαρκή επιτήρηση. Στο τέλος πια, μη αντέχοντας άλλο, επιστράτευσα όλο μου το θάρρος και γύρισα πίσω στην Πέρινθο∙ εκεί πούλησα όλα μου τα υπάρχοντα, και με τα χρήματα που μάζεψα επέστρεψα στο Βυζάντιο· οπλισμένος με ένα μικρό ξίφος (είχα προηγουμένως εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του Υπεράνθη) τρύπωσα νύχτα στο σπίτι του Αριστόμαχου, και όταν τον είδα ξαπλωμένο πλάι στο αγόρι, έγινα έξαλλος από οργή και τον πλήγωσα θανάσιμα. Καθώς στο σπίτι βασίλευε ησυχία και όλοι αναπαύονταν, βγήκα έξω χωρίς να με πάρουν είδηση, παίρνοντας μαζί μου και τον Υπεράνθη· ύστερα από ολονύχτια πορεία φτάσαμε στην Πέρινθο· και εκεί πήραμε αμέσως ένα πλοίο και σαλπάραμε για την Ασία χωρίς να μας αντιληφθεί κα­νείς. Στην αρχή το ταξίδι ήταν ευχάριστο· στο τέλος όμως, όταν πλησιάζαμε στη Λέσβο, ξέσπασε σφοδρή θύελλα και το πλοίο βούλιαξε. Εγώ κολυμπούσα μαζί με τον Υπεράνθη και τον βοηθούσα κάνοντας πιο εύκολο το κολύμπι του∙ όταν όμως έπεσε η νύχτα, το αγόρι δεν άντεξε· εγκατέλειψε το κολύμπι και πνίγηκε. Εγώ το μόνο που κατόρθωσα ήταν να βγάλω το σώμα του στη στεριά και να το θάψω∙ και αφού έκλαψα πολύ και αναστέναξα, πήρα μαζί μου κάποια ενθύμια, και από μια πέτρα που είχα την τύχη να βρω εκεί κοντά, του έστη­σα επιτύμβια στήλη και πάνω της χάραξα ένα επίγραμ­μα που το έγραψα εκείνη τη στιγμή στη μνήμη του δύσμοιρου αγοριού:
Ο Ιππόθοος έχτισε αυτόν τον τάφο για τον ξακουστό Υπεράνθη
Μνημείο όχι αντάξιο για το θάνατο ενός τόσο ευγενούς αγοριού.
Κείτεσαι, όμορφο λουλούδι, στα βάθη της γης, εσύ που ένας θεός
Σε έκοψε μεσοπέλαγα όταν φύσηξε σφοδρός άνεμος.


Ego, inquit, genere Perinthius sum, (urbs est Thraciae vicina) e primariis civitatis. Audisti, quam celebris sit Perinthus, et cives opulenti. Ibi cum iuvenis adhuc essem, amore cuiusdam adolescentuli indigenae captus sum, cui nomen Hyperanthae. Cum primum illum in gymnasiis luctantem vidissem, amavi; nec durare potui, quin, cum festum patrium ac privigilium ageretur, ipsum adirem, oraremque, ut mei misereretur. Ut audivit adolescens, omnia pollicetur misericordia commotus. Primique amoris gradus fuere oscula, contactus, ac multae a me lacrimae. Tandem potuimus, occasione arrepta, soli una esse, ob eandem aetatem minime suspedti. Longa nobis consuetudo fuit mutuo deamantibus, donec Deus aliquis invidit. A Byzantio, quod non longe a Perintho abest, advenit vir inter illic potiores, ob pecuniam et opes elati animi, Aristomachus vocabatur. Is vix Perinthum ingressus, velut ab aliquo Deorum in me missus, Hyperanthem, qui mecum erat, videt, statimque admiratione formae adolescentuli capitur, quae quemque valeat allicere. Deperiens non amplius immodicum amorem cohibuit, sed primum puerum arcessit; ac nihil proficiens, cum Hyperanthes ob benevolentiam erga me suam neminem adiret, patri, homini nequam, avaro sordidoque persuadet, ut sibi Hyperanthem tradat, institutioms causam obtendens: dicebat se enim sermonum artificem. Ut accepit, primo inclusum habuit, inde Byzantium abstulit. Sequor ego, meis omnibus posthabitis, et, quoties licuit, puerum conveni. Licuit vero raro: unde infrequentia mihi oscula, difficillimae collocutiones, multis me observantibus. Tandem non amplius ferre valens, me ipsum instigans, Perinthum redeo, et omni­bus, quae possidebam, venditis, collecta pecunia, By­zantium revertor, arreptoque gladio, (consilium et Hyperanthes probaverat) noctu Aristomachi domum in­tro, et cum puero cubantem invenio, iraeque plenus letali vulnere percutio. Per silentium quietis cunctis clam potui egredi, Hyperanthem abducens, et totius noctis itinere Perinthum profectus, statim navim conscendens insciis omnibus in Asiam navigavi. Aliquantum in principio felix navigatio fuit: tandem Lesbum praetereuntibus vehemens irruit ventus, et navim subvertit. Ego cum Hyperanthe natabam, eiusque natationem sublevabam. Sub noctem cum vires ad natandum adolescentulo deficerent, moritur. Ego tantum potui corpus usque ad litus servare et humare. Multum lacrimans et ingemiscens, monumentis ablatis, idoneo forte lapide invento, titulum sepulcro statui, inscripsique in infelicis pueri memoriam epigramma ex tempore factum:
Hippothous titulum fecit claro hunc Hyptranthi,
Non altum potuit sancto tumulum dare civi.
Inclitus heu cecidit flos magni flamine venti,               
quem rapiens pelago Fors funere mersit acerbo.
               
Η επόμενη αφήγηση ανήκει σε κάποιον συμπαθητικό γεράκο, τον Αιγιαλέα. Είναι φτωχός ψαράς, αλλά (μην ξεχνάμε πως στα παραμύθια όλοι αρχοντόπουλα είναι) με ένδοξη καταγωγή. Αυτουνού, λοιπόν, του συνέβη κάτι περίεργο: αγάπησε την γυναίκα του! Μάλιστα, όταν αυτή πέθανε, ο Αιγιαλεύς στενοχωρήθηκε τόσο, που απέκτησε κάποιες πολύ παράξενες, δρακουλιάρικες συνήθειες. Το ’λεγα εγώ ότι ο τύπος δεν είναι νορμάλ.

Ὁ δὲ Ἁβροκόμης διανύσας τὸν ἀπ’ Αἰγύπτου πλοῦν εἰς αὐτὴν μὲν Ἰταλίαν οὐκ ἔρχεται, τὸ γὰρ πνεῦμα τὴν ναῦν ἀπῶσαν τοῦ μὲν κατ’ εὐθὺ ἀπέσφηλε πλοῦ, ἤγαγε δὲ εἰς Σικελίαν καὶ κατήχθησαν εἰς πόλιν Συρακούσας μεγάλην καὶ καλήν. Ἐνταῦθα ὁ Ἁβροκόμης γενόμενος ἔγνω περιιέναι τὴν νῆσον καὶ ἀναζητεῖν ἔτι περὶ Ἀνθίας εἴ τι πύθοιτο. Καὶ δὴ ἐνοικίζεται [μὲν] πλησίον τῆς θαλάσσης παρὰ ἀνδρὶ Αἰγιαλεῖ πρεσβύτῃ, ἁλιεῖ τὴν τέχνην. Οὗτος ὁ Αἰγιαλεὺς πένης μὲν ἦν καὶ ξένος καὶ ἀγαπητῶς αὑτὸν διέτρεφεν ἐκ τῆς τέχνης· ὑπεδέξατο δὲ τὸν Ἁβροκόμην ἄσμενος καὶ παῖδα ἐνόμιζεν αὑτοῦ καὶ ἠγάπα διαφερόντως. Καὶ ἤδη ποτὲ ἐκ πολλῆς τῆς πρὸς ἀλλήλους συνηθείας ὁ μὲν Ἁβροκόμης αὐτῷ διηγήσατο τὰ καθ’ αὑτόν, καὶ τὴν Ἀνθίαν εἰρήκει καὶ τὸν ἔρωτα καὶ τὴν πλάνην, ὁ δὲ Αἰγιαλεὺς ἄρχεται τῶν αὑτοῦ διηγημάτων.
Ἐγὼ ἔφη, τέκνον Ἁβροκόμη, οὔτε Σικελιώτης οὐδὲ ἐπιχώριος, ἀλλὰ Σπαρτιάτης Λακεδαιμόνιος τῶν τὰ πρῶτα ἐκεῖ δυναμένων, καὶ περιουσίαν ἔχων πολλήν. Νέος δὲ ὢν ἠράσθην [ἐν τοῖς ἐφήβοις καταλελεγμένος] κόρης πολίτιδος Θελξινόης τοὔνομα, ἐντερᾷ δέ μου καὶ ἡ Θελξινόη. Καὶ τῇ πόλει παννυχίδος ἀγομένης συνήλθομεν ἀλλήλοις, ἀμφοτέρους ὁδηγοῦντος θεοῦ, καὶ ἀπηλαύσαμεν ὧν ἕνεκα συνήλθομεν. Καὶ χρόνῳ τινὶ ἀλλήλοις συνῆμεν λανθάνοντες καὶ ὠμόσαμεν ἀλλήλοις πολλάκις ἕξειν καὶ μέχρι θανάτου· ἐνεμέσησε δέ τις ἄρα θεῶν. Κἀγὼ μὲν ἔτι ἐν τοῖς ἐφήβοις ἤμην, τὴν δὲ Θελξινόην ἐδίδοσαν πρὸς γάμον οἱ πατέρες ἐπιχωρίῳ τινὶ νεανίσκῳ Ἀνδροκλεῖ τοὔνομα· ἤδη δὲ αὐτῆς καὶ ἤρα ὁ Ἀνδροκλῆς. Τὰ μὲν οὖν πρῶτα ἡ κόρη πολλὰς προφάσεις ἐποιεῖτο ἀναβαλλομένη τὸν γάμον· τελευταῖον δὲ δυνηθεῖσα ἐν ταὐτῷ μοι γενέσθαι συντίθεται νύκτωρ ἐξελθεῖν Λακεδαίμονος μετ’ ἐμοῦ. Καὶ δὴ ἐστείλαμεν ἑαυτοὺς νεανικῶς ἀπέκειρα δὲ καὶ τὴν κόμην τῆς Θελξινόης. Ἐν αὐτῇ οὖν τῇ τῶν γάμων νυκτὶ ἐξελθόντες τῆς πόλεως ᾔειμεν ἐπ’ Ἄργος καὶ Κόρινθον, κἀκεῖθεν ἀναγόμενοι ἐπλεύσαμεν εἰς Σικελίαν. Λακεδαιμόνιοι δὲ πυθόμενοι τὴν φυγὴν ἡμῶν θάνατον κατεψηφίσαντο. Ἡμεῖς δὲ ἐνταῦθα διήγομεν ἀπορίᾳ μὲν τῶν ἐπιτηδείων, ἡδόμενοι δὲ καὶ πάντων ἀπολαύειν δοκοῦντες, ὅτι ἦμεν μετ’ ἀλλήλων. Καὶ τέθνηκεν ἐνταῦθα οὐ πρὸ πολλοῦ Θελξινόη καὶ τὸ σῶμα οὐ τέθαπται, ἀλλὰ ἔχω γὰρ μετ’ ἐμαυτοῦ καὶ ἀεὶ φιλῶ καὶ σύνειμι. Καὶ ἅμα λέγων εἰσάγει τὸν Ἁβροκόμην εἰς τὸ ἐνδότερον δωμάτιον καὶ δεικνύει τὴν Θελξινόην, γυναῖκα πρεσβῦτιν μὲν ἤδη, καλὴν δὲ φαινομένην ἔτι Αἰγιαλεῖ κόρην· τὸ δὲ σῶμα αὐτῆς ἐτέθαπτο ταφῇ Αἰγυπτίᾳ· ἦν γὰρ καὶ τούτων ἔμπειρος ὁ γέρων. Ταύτῃ οὖν ἔφη, ὦ τέκνον Ἁβροκόμη, ἀεί τε ὡς ζώσῃ λαλῶ καὶ συγκατάκειμαι καὶ συνευωχοῦμαι· κἂν ἔλθω ποτὲ ἐκ τῆς ἁλιείας κεκμηκώς, αὕτη με παραμυθεῖται βλεπομένη· οὐ γὰρ οἵα νῦν ὁρᾶται σοὶ τοιαύτη φαίνεται ἐμοί· ἀλλὰ ἐννοῶ, τέκνον, οἵα μὲν ἦν ἐν Λακεδαίμονι, οἵα δὲ ἐν τῇ φυγῇ· τὰς παννυχίδας ἐννοῶ, τὰς συνθήκας ἐννοῶ.


Στο μεταξύ ο Αβροκόμης, που είχε αποπλεύσει από την Αίγυπτο, δεν έφθασε στην Ιταλία, διότι ο άνεμος έσπρωξε το πλοίο και το εξέτρεψε από την πορεία του, με αποτέλεσμα αυτό να καταλήξει στη Σικελία· έτσι οι επιβάτες αποβιβάστηκαν στις Συρακούσες, πόλη μεγάλη και ωραία. Μόλις έφθασε εκεί ο Αβροκόμης αποφάσισε να κάνει τον γύρο του νησιού και να διεξαγάγει έρευνες, μήπως μάθει κάτι για την Ανθία. Κατέλυσε λοιπόν κοντά στη θάλασσα, στο σπίτι ενός γέρου άνδρα, που τον έλεγαν Αιγιαλέα και ήταν ψαράς στο επάγγελμα. Αυ­τός ο Αιγιαλεύς ήταν φτωχός και ξένος, και μετά βίας κέρδιζε τα προς το ζην από το επάγγελμά του· μολαταύ­τα υποδέχθηκε πρόθυμα τον Αβροκόμη και τον είχε σαν παιδί του και τον αγαπούσε ιδιαίτερα. Βαθμιαία ο συγ­χρωτισμός τους δημιούργησε ανάμεσά τους μεγάλη οι­κειότητα, και έτσι ο Αβροκόμης αφηγήθηκε στον Αιγι­αλέα τις περιπέτειές του, την Ανθία, τον έρωτά τους και την περιπλάνησή του, κι εκείνος με τη σειρά του άρχισε να του διηγείται τη δική του ιστορία.
«Αβροκόμη παιδί μου», του είπε, «εγώ δεν είμαι ντόπιος ούτε είναι πατρίδα μου η Σικελία, αλλά κατάγο­μαι από τη Λακωνία, από επιφανέστατη οικογένεια της Σπάρτης, όπου έχω μεγάλη περιουσία. Όταν ήμουν νέος [και καταταγμένος στους εφήβους], ερωτεύτηκα μια κοπέλα από την πόλη μου, τη Θελξινόη, και αυτή ανταποκρίθηκε στον έρωτά μου. Μια νύχτα λοιπόν, στη διάρκεια μιας θρησκευτικής ολονυχτίας, σμίξαμε οι δυο μας, οδηγημένοι από κάποιον θεό, και απολαύσαμε τις χαρές του έρωτα. Για ένα διάστημα συναντιόμασταν κρυφά, και ορκιστήκαμε πολλές φορές ο ένας στον άλλο να είμαστε μαζί ως τον θάνατό μας∙ όμως κάποιος θεός ζήλεψε την ευτυχία μας. Ενώ εγώ ήμουν ακόμη έφη­βος, οι γονείς της Θελξινόης τη λογόδοσαν με ένα νεαρό συντοπίτη μας, ονομαζόμενο Ανδροκλή∙ αυτός ήταν ήδη ερωτευμένος μαζί της. Στην αρχή λοιπόν η κοπέλα ανέβαλλε τον γάμο με διάφορες προφάσεις· τέλος κατόρ­θωσε να με συναντήσει και συμφώνησε να φύγει μαζί μου νύχτα από τη Λακωνία. Ντυθήκαμε λοιπόν και οι δυο μας σαν νεαρά αγόρια, και εγώ έκοψα τα μαλλιά της Θελξινόης. Έτσι, τη νύχτα που εκείνη επρόκειτο να παντρευτεί, εγκαταλείψαμε την πόλη και τραβήξαμε για το Άργος, και από εκεί για την Κόρινθο, από όπου πήραμε το πλοίο και αναχωρήσαμε για τη Σικελία. Οι Σπαρτιάτες, μόλις αντιλήφθηκαν τη φυγή μας, μας καταδίκασαν σε θάνατο. Εμείς ζούσαμε εδώ, φτωχικά βέβαια, αλλά ευτυχισμένοι και νομίζοντας πως τα είχαμε όλα, επειδή ήμασταν ο ένας με τον άλλο. Δεν πάει όμως πολύς καιρός που πέθανε η Θελξινόη· το σώμα της δεν το έθαψα, αλλά το έχω ακόμη εδώ και εξακολουθώ να το φιλώ και να ζω μαζί του.» Και λέγοντας αυτά, οδηγεί τον Αβροκόμη στο μέσα δωμάτιο και του δείχνει τη Θελξινόη, που ήταν πια γριά, μα που στα μάτια του Αιγιαλέα φάνταζε ακόμη ωραία κοπέλα· το σώμα της ήταν βαλσαμωμένο με τον αιγυπτιακό τρόπο, μια και ο γέροντας ήξερε και από αυτά. «Με αυτήν λοιπόν», είπε, «Αβροκόμη παιδί μου, κουβεντιάζω και πλαγιάζω και τρώω, σαν να είναι ακόμη ζωντανή∙ και όποτε τύχει να γυρίσω σπίτι κουρασμένος από το ψάρεμα, με παρηγορεί που τη βλέπω∙ γιατί στα δικά μου μάτια δεν φαίνεται, παιδί μου, όπως στα δικά σου, αλλά τη φαντάζομαι όπως ήταν τότε, στη Σπάρτη, όπως ήταν τότε που φύγαμε, τότε που σμίξαμε στην ολονυχτία, τότε που δώσαμε τους όρκους αγάπης».


Abrocomas, ab Aegypto navigans, non in Italiam quidem ipsam pervenit, cum navis vento depulsa recto cursu aberrasset. Ad Siciliam vero Syracusas, amplam pulchramque urbem, appulere. Ibi Abrocomas insulam peragrare statuit, ac quaerere, si quid audire de Anthia posset. Domo excipitur prope litus ab Aegialeo quodam sene piscatore, paupere et peregrino. Is, comiter Abrocomam ad se receptans, ex artis proventu libenter nutriebat, ac maxime diligebat, ut filium reputans. Aliquando consertis invicem sermonibus, cum Abrocomas fortunas suas, Anthiam, amorem, erroresque narrasset, Aegialeus ita et sua commemorare orsus est.
Ego, inquit, fili Abrocoma, non Siculus, non indigena sum, sed Spartanus Lacedaemonius, ex iis, qui plurimum ibi auctoritate et opibus pollent. Prima iuventa virginem amavi indidem civem, cui Thelxinoae nomen, amabatque illa me pariter. Cum pervigilium in urbe ageretur, convenimus, ac, ducente Deo, iis re­bus, quarum causa conveneramus, fruebamur. Per aliquod tempus clam consuescere licuit, mutuo iureiurando saepe pollicitis, usque ad mortem convicturos. Invidit mihi Deorum aliquis: nondum enim ex ephebis excesseram, cum Thelxinoem parentes nuptum dant Androcli cuidam, indidem adolescentulo, qui et ipsam amabat. Puella multa primum causando in longum ducit nuptias: tandem ut licuit me convenire, consentit noctu mecum egredi Lacedaemone. Exornamur igitur iuveniliter, comamque Thelxinoes ipsa nuptiarum no­cte totondi. Urbe egressi, Argos et Corinthum proficiscimur, atque inde solventes in Siciliam navigamus. Lacedaemonii, fuga audita, nos capitis damnarunt. Hic quidem necessariorum inopia laboravimus, gaudentes tamen quasi omnibus frueremur, quod una essemus. Hic non ita pridem Thelxinoe fato cessit: corpus non humatum est, mecum enim habeo, eiusque vetere consuetudine utor.
Haec dicens Abrocomam in interius cubiculum ducit, ostenditque Thelxinoem anum, formosam olim mulierem, Aegialeo etiamnum puellam. Corpus eius conditum erat Aegyptio more, cuius erat senex peritus. Haec, inquit, est, fili Abrocoma. Illam ut vivam alloquor, una et iaceo, et discumbo, et si quando a piscando lassus revertor, huius me adspeftus reficit: non enim qualis, fili, tibi nunc videtur, apparet mihi, sed haeret pectore infixa, qualis Lacedaemone erat, qualis in fuga, ac pervigilio.

Άλλο πρόσωπο της ιστορίας είναι ο Πολύιδος, Αιγύπτιος αξιωματούχος επιφορτισμένος με το κυνήγι ληστών. Διαλύει την συμμορία του Ιππόθοου και σώζει την Ανθία. Φυσικά ερωτεύεται την κοπέλα και την φέρνει στην οικία του, για να την… προσέχει καλύτερα. Αλλά η γυναίκα του δεν συμμερίζεται την συμπόνια του Πολύιδου προς τις κατατρεγμένες, ειδικά αν είναι κουκλάρες.

Ἐπέπυστο δὲ ἡ Πολυίδου γυνὴ ὅτι ἄγει κόρην ἐρωμένην, καὶ φοβηθεῖσα μή πως αὐτὴν ἡ ξένη παρευδοκιμήσῃ, Πολυίδῳ μὲν οὐδὲν λέγει, ἐβουλεύετο δὲ καθ’ αὑτὴν ὅπως τιμωρήσεται τὴν δοκοῦσαν ἐπιβουλεύειν τοῖς γάμοις. Καὶ δὴ ὁ μὲν Πολύιδος ἀπήγγελλέ τε τῷ ἄρχοντι τῆς Αἰγύπτου τὰ γενόμενα καὶ τὰ λοιπὰ ἐπὶ τοῦ στρατοπέδου διῴκει τὰ τῆς ἀρχῆς· ἀπόντος δὲ αὐτοῦ Ρηναία (τοῦτο γὰρ ἐκαλεῖτο ἡ τοῦ Πολυίδου γυνὴ) μεταπέμπεται τὴν Ἀνθίαν (ἦν δὲ ἐπὶ τῆς οἰκίας) καὶ περιρρήγνυσι τὴν ἐσθῆτα καὶ αἰκίζεται τὸ σῶμα ὦ πονηρὰ λέγουσα καὶ τῶν γάμων τῶν ἐμῶν ἐπίβουλε, ματαίως ἔδοξας Πολυίδῳ καλή, οὐ γάρ σε ὀνήσει τὸ κάλλος τοῦτο. Ἴσως μὲν γὰρ πείθειν λῃστὰς ἐδύνασο καὶ συγκαθεύδειν νεανίσκοις μεθύουσι πολλοῖς· τῆς δὲ Ρηναίας εὐνὴν οὔποτε ὑβρίσεις χαίρουσα. Ταῦτα εἰποῦσα ἀπέκειρε τὴν κόμην αὐτῆς καὶ δεσμὰ περιτίθησι καὶ παραδοῦσα οἰκέτῃ τινὶ πιστῷ, Κλυτῷ τοὔνομα, κελεύει ἐμβιβάσαντα εἰς ναῦν, ἀπαγαγόντα εἰς Ἰταλίαν ἀποδόσθαι πορνοβοσκῷ τὴν Ἀνθίαν. Οὕτω γὰρ ἔφη δυνήσῃ ἡ καλὴ τῆς ἀκρασίας κόρον λαβεῖν. ῎Ηγετο δὲ ἡ Ἀνθία ὑπὸ τοῦ Κλυτοῦ κλαίουσα καὶ ὀδυρομένη ὦ κάλλος ἐπίβουλον λέγουσα, ὦ δυστυχὴς εὐμορφία, τί μοι παραμένετε ἐνοχλοῦντα; τί δὲ αἴτια πολλῶν κακῶν μοι γίνεσθε; οὐκ ἤρκουν οἱ τάφοι, οἱ φόνοι, τὰ δεσμά, τὰ λῃστήρια, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἐπὶ οἰκήματος στήσομαι καὶ τὴν μέχρι νῦν Ἁβροκόμῃ τηρουμένην σωφροσύνην πορνοβοσκὸς ἀναγκάσει με λύειν; Ἀλλ’, ὦ δέσποτα, προσπεσοῦσα ἔλεγε τοῖς γόνασι τοῦ Κλυτοῦ, μή με ἐπ’ ἐκείνην τὴν τιμωρίαν [ἅμα] προαγάγῃς, ἀλλὰ ἀπόκτεινόν με αὐτός· οὐκ οἴσω πορνοβοσκὸν δεσπότην· σωφρονεῖν, πίστευσον, εἰθίσμεθα. Ταῦτα ἐδεῖτο, ἠλέει δὲ αὐτὴν ὁ Κλυτός.
Καὶ ἡ μὲν ἀπήγετο εἰς Ἰταλίαν, ἡ δὲ Ρηναία ἐλθόντι τῷ Πολυίδῳ λέγει ὅτι ἀπέδρα ἡ Ἀνθία, κἀκεῖνος ἐκ τῶν ἤδη πεπραγμένων ἐπίστευσεν αὐτῇ. Ἡ δὲ Ἀνθία κατήχθη μὲν εἰς Τάραντα, πόλιν τῆς Ἰταλίας· ἐνταῦθα δὲ ὁ Κλυτὸς δεδοικὼς τὰς τῆς Ρηναίας ἐντολὰς ἀποδίδοται αὐτὴν πορνοβοσκῷ. Ὁ δὲ ἰδὼν κάλλος οἷον οὔπω πρότερον ἐτεθέατο, μέγα κέρδος ἕξειν τὴν παῖδα ἐνόμιζε, καὶ ἡμέραις μέν τισιν αὐτὴν ἀνελάμβανεν ἐκ τοῦ πλοῦ κεκμηκυῖαν καὶ ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Ρηναίας βασάνων· ὁ δὲ Κλυτὸς ἧκεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ τὰ πραχθέντα ἐμήνυσε τῇ Ρηναίᾳ.


Στο μεταξύ η γυναίκα του Πολύιδου έμαθε ότι ο άντρας της φέρνει μαζί του μια ωραία κοπέλα που την έχει ερωτευτεί, και φοβήθηκε μήπως η ξένη την παρα­γκωνίσει∙ έτσι, χωρίς να πει τίποτε στο Πολύιδο, σκεφτόταν πώς θα τιμωρήσει αυτήν που, όπως πίστευε, απειλούσε τον γάμο της. Ο Πολύιδος, τώρα, αφού ανέ­φερε τα συμβάντα στον κυβερνήτη της Αιγύπτου, επέ­στρεψε στη μονάδα του, όπου τον καλούσε το καθήκον του ως διοικητή· στη διάρκεια της απουσίας του η Ρηναία (έτσι έλεγαν τη γυναίκα του) στέλνει να της φέρουν την Ανθία (ο Πολύιδος την είχε αφήσει στο σπίτι του), και αρχίζει να της σκίζει τα ρούχα και να τη χτυπά λέγοντας: «Άθλιο πλάσμα, που θέλησες να διαλύσεις τον γάμο μου, άδικα θάμπωσες τον Πολύιδο με τα κάλλη σου· η ομορφιά σου αυτή σε τίποτε δεν θα σε ωφελήσει. Μπορεί μέχρι τώρα να πλάνευες ληστές και να κοιμόσουν με πλήθη μεθυσμένων νεαρών, όμως το κρεβάτι της Ρηναίας δεν πρόκειται να το ατιμάσεις ατιμώρητα». Αυτά είπε, και αφού της έκοψε τα μαλλιά και την αλυσόδεσε, την παρέδωσε σε ένα πιστό της δούλο, τον Κλυτό, και τον πρόσταξε να την βάλει σε ένα πλοίο, να την πάει στην Ιταλία και εκεί να την πουλήσει σε κάποιον προαγωγό. «Έτσι, κούκλα μου», είπε, «θα μπο­ρέσεις να κορέσεις τις ακόλαστες επιθυμίες σου.» Έτσι λοιπόν ο Κλυτός πήρε μαζί του την Ανθία, που έκλαιγε και θρηνούσε λέγοντας: «Κάλλη μου ολέθρια, ομορφιά που ήσουν η καταστροφή μου, γιατί συνεχίζετε να με βασανίζετε; Γιατί μου προξενείτε τόσες συμφορές; Δεν αρκούσε ο τάφος, ο φόνος, η αιχμαλωσία, οι ληστές; Θα πρέπει τώρα να συρθώ σε ένα κακόφημο σπίτι, και κάποιος προαγωγός να με αναγκάσει να εκπορνεύσω το σώμα που φυλούσα αμόλυντο για τον Αβροκόμη; Έλεος, αφέντη μου», έλεγε και έπεφτε στα γόνατα του Κλυτού, «μη με τιμωρήσεις παραδίνοντάς με σε τέτοια μοίρα, αλλά σκότωσέ με με τα χέρια σου· δεν θα αντέξω να με διαφεντεύει ένας προαγωγός· πίστεψέ με, έχω συνηθίσει να ζω ενάρετα.» Έτσι παρακαλούσε, και ο Κλυτός τη λυπόταν.
Και ενώ η Ανθία ταξίδευε για την Ιταλία, όταν επέστρεψε ο Πολύιδος, η Ρηναία του είπε πως η Ανθία το έσκασε, κι εκείνος το πίστεψε, μια και επανειλημμέ­να είχε κάνει παρόμοιες απόπειρες στο παρελθόν. Όσο για την Ανθία, αποβιβάστηκε στον Τάραντα της Ιταλί­ας, και εκεί ο Κλυτός, φοβούμενος να παραβεί τις δια­ταγές της Ρηναίας, την πούλησε σε έναν προαγωγό. Εκείνος, όταν είδε την ομορφιά της, που όμοιά της δεν είχε ξαναντικρίσει, θεώρησε ότι θα του αποφέρει μεγάλα κέρδη· την άφησε λοιπόν να ξεκουραστεί μερικές μέρες, καθώς ήταν ταλαιπωρημένη από το ταξίδι και από την κακομεταχείριση της Ρηναίας∙ όσο για τον Κλυτό, επέ­στρεψε στην Αλεξάνδρεια και ανέφερε στη Ρηναία όλα όσα είχαν γίνει.


Audiverat Polyidi coniux, puellam ab eo amatam ad­duci; et metuens, ne hospes sibi praeferretur, Polyido quidem nullum verbum fecit, verum secum ipsa consuluit, quonam modo eam ulcisceretur, quae nuptiis insidiari videbatur. Polyidus cum praefecto Aegypti, quae facta fuerant, renuntiasset, reliqua ad exercitum pro praefecto administrabat. Absente illo, Rhenaea (hoc Polyidi uxori nomen) Anthiam, quae domi erat, arcessit, vestemque illi discindit, ac verberibus corpus indigne afficit: O scelus, dicens, meisque nuptiis insidiosa, frustra visa es Polyido pulchra: non haec tibi forma proderit quidquam, fortasse enim latrones exorare potuisti, atque ebriis concumbere adolescentibus, Rhenaeae lectum non impune vitiabis. Cum haec dixisset, detonsam vinctamque famulo cuidam fido tradit, Clyto nomen, iubetque, impositam navi in Italiam deportet, ac vendat lenoni. Ita enim, ait, poteris, quae pulchra sis, libidinem explere. Ducebatur a Clyto Anthia flens, et queribunda voce dicens, O infelix et ubique insidias mihi faciens forma, quid es tot malorum causa? Nonne sepulcra, caedes, vincula, latrones satis erant, nisi et corpus prostituere adigar, et servatam Abrocomae huc usque pudicitiam leno cogat in propatulo habere? At tu, here, Clyti gentibus advoluta dicebat, ne me ad illud supplicium ducas, sed ipse occide. Non lenonem dominum feram: bene et pudice, credas, doctum atque eductum nobis est ingenium. Haec precantem Clytus miserabatur. Dum illa in Ita­liam aufertur, Rhenaea advenienti Polyido narrat, aufugisse Anthiam; qui ob ea, quae facta fuerant, facile fidem adhibuit. Anthia Tarentum deducta Italiae urbem, ibi a Clyto, Rhenaeae mandata reverito, lenoni venditur. Is formam egregiam nec visam ante miratus, magno sibi puellam lucro futuram existimans, tridui illam curatura refecit, et navigatione et verberibus Rhenaeae fessam.
Clytus, ut Alexandriam venit, de his, quae facta fuerant, certiorem fecit Rhenaeam.

Έτσι κατέληξε η Ανθία στα χέρια νταβατζή. Αυτός, όμως, δεν είναι και κανένα σπίρτο. Ο συγγραφέας δεν μας λέει τι απέγινε, αλλά δεν τον κόβω να κατάφερε να το κρατήσει το μαγαζί. Δείτε πόσο χοντρό μούσι έχαψε, όταν ήρθε η ώρα να βγάλει την Ανθία στην κυκλοφορία.

Ὁ δὲ πορνοβοσκὸς ὁ τὴν Ἀνθίαν ὠνησάμενος χρόνου διελθόντος ἠνάγκασεν αὐτὴν οἰκήματος προεστάναι. Καὶ δὴ κοσμήσας καλῇ μὲν ἐσθῆτι πολλῷ δὲ χρυσῷ ἦγεν ὡς προστησομένην τέγους· ἡ δὲ μεγάλα ἀνακωκύσασα φεῦ μοι τῶν κακῶν εἶπεν, οὐχ ἱκαναὶ γὰρ αἱ πρότερον συμφοραί, τὰ δεσμά, τὰ λῃστήρια, ἀλλ’ ἔτι καὶ πορνεύειν ἀναγκάζομαι; ὦ κάλλος δικαίως ὑβρισμένον, τί γὰρ ἡμῖν ἀκαίρως παραμένεις; Ἀλλὰ τί ταῦτα θρηνῶ καὶ οὐχ εὑρίσκω τινὰ μηχανήν, δι’ ἧς φυλάξω τὴν μέχρι νῦν σωφροσύνην τετηρημένην; Ταῦτα λέγουσα ἤγετο ἐπὶ τὸ οἴκημα τοῦ πορνοβοσκοῦ τὰ μὲν δεομένου θαρρεῖν, τὰ δὲ ἀπειλοῦντος. Ὡς δὲ ἦλθε καὶ προέστη, πλῆθος ἐπέρρει τῶν τεθαυμακότων τὸ κάλλος, οἵ γε πολλοὶ ἦσαν ἕτοιμοι ἀργύριον κατατίθεσθαι τῆς ἐπιθυμίας. Ἡ δὲ ἐν ἀμηχάνῳ γενομένη κακῷ εὑρίσκει τέχνην ἀποφυγῆς· πίπτει μὲν γὰρ εἰς γῆν καὶ παρεῖται τὸ σῶμα καὶ ἐμιμεῖτο τοὺς νοσοῦντας τὴν ἐκ θεῶν καλουμένην νόσον· ἦν δὲ τῶν παρόντων ἔλεος ἅμα καὶ φόβος καὶ τοῦ μὲν ἐπιθυμεῖν συνουσίας ἀπείχοντο, ἐθεράπευον δὲ τὴν Ἀνθίαν· ὁ δὲ πορνοβοσκὸς συνεὶς οἷ κακῶν ἐγεγόνει καὶ νομίσας ἀληθῶς νοσεῖν τὴν κόρην, ἦγεν εἰς τὴν οἰκίαν καὶ κατέκλινέ τε καὶ ἐθεράπευε, καὶ ὡς ἔδοξεν αὑτῆς γεγονέναι, ἀνεπυνθάνετο τὴν αἰτίαν τῆς νόσου. Ἡ δὲ Ἀνθία καὶ πρότερον ἔφη, δέσποτα, εἰπεῖν πρὸς σὲ ἐβουλόμην τὴν συμφορὰν τὴν ἐμὴν καὶ διηγήσασθαι τὰ συμβάντα, ἀλλὰ ἀπέκρυπτον αἰδουμένη· νυνὶ δὲ οὐδὲν χαλεπὸν εἰπεῖν πρὸς σέ, πάντα ἤδη μεμαθηκότα τὰ κατ’ ἐμέ. Παῖς ἔτι οὖσα ἐν ἑορτῇ καὶ παννυχίδι ἀποπλανηθεῖσα τῶν ἐμαυτῆς ἧκον πρός τινα τάφον ἀνδρὸς νεωστὶ τεθνηκότος· κἀνταῦθα ἐφάνη μοί τις ἀναθορὼν ἐκ τοῦ τάφου καὶ κατέχειν ἐπειρᾶτο· ἐγὼ δ’ ἀπέφυγον καὶ ἐβόων· ὁ δὲ ἄνθρωπος ἦν μὲν ὀφθῆναι φοβερός, φωνὴν δὲ πολλῷ εἶχε χαλεπωτέραν· καὶ τέλος ἡμέρα μὲν ἤδη ἐγίνετο, ἀφεὶς δέ με ἔπληξέ τε κατὰ τοῦ στήθους καὶ νόσον ταύτην ἔλεγεν ἐμβεβληκέναι. Ἐκεῖθεν ἀρξαμένη ἄλλοτε ἄλλως ὑπὸ τῆς συμφορᾶς κατέχομαι. Ἀλλὰ δέομαί σου, δέσποτα, μηδέν μοι χαλεπήνῃς· οὐ γὰρ ἐγὼ τούτων αἰτία. Δυνήσῃ γάρ με ἀποδόσθαι καὶ μηδὲν ἀπολέσαι τῆς δοθείσης τιμῆς. Ἀκούσας ὁ πορνοβοσκὸς ἠνιᾶτο μέν, συνεγίνωσκε δὲ αὐτῇ, ὡς οὐχ ἑκούσῃ ταῦτα πασχούσῃ.


Ο προαγωγός, τώρα, που είχε αγοράσει την Ανθία, αφού πέρασε ένα χρονικό διάστημα, την υποχρέ­ωσε να εκδοθεί σε ένα οίκο ανοχής. Τη στόλισε λοιπόν με ωραία ρούχα και χρυσά κοσμήματα και ήθελε να τη στήσει μπροστά στο κακόφημο σπίτι· τότε εκείνη ανα­φώνησε θρηνώντας γοερά: «Αλίμονο στις συμφορές μου! Δεν ήταν αρκετά τα προηγούμενα βάσανά μου, η αιχμα­λωσία, οι ληστές, μα πρέπει τώρα και να εκπορνευτώ; Ομορφιά μου που δίκαια σε καταριέμαι, γιατί με συνοδεύ­εις ακόμη για την καταστροφή μου; Όμως τι θρηνώ και δεν βρίσκω κάποιο τέχνασμα, ώστε να διαφυλάξω την αρετή μου που ως τώρα την κράτησα ακέραιη;» Αυτά λέγοντας, ακολουθούσε τον προαγωγό, που άλλοτε την εμψύχωνε και άλλοτε την απειλούσε. Και όταν έφθασαν στο κακόφημο σπίτι του και η Ανθία στήθηκε στην είσοδο, συνέρευσε μεγάλο πλήθος αντρών που θαύμαζαν την ομορφιά της, και οι περισσότεροι ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν για να ικανοποιήσουν τον πόθο τους. Τότε εκείνη, όντας σε αδιέξοδο, επινόησε ένα τέχνασμα για να αποφύγει την ατίμωση· έπεσε κατάχαμα και έκανε πως είχε σπασμούς σε όλο το σώμα, μιμούμενη τα συμπτώ­ματα της ονομαζόμενης ιεράς νόσου· οίκτος και φόβος κυρίευσαν τότε τους παρευρισκόμενους, που έχασαν κάθε ερωτική επιθυμία και έσπευδαν να την περιθάλψουν· όσο για τον προαγωγό, όταν συνειδητοποίησε το μέγεθος της συμφοράς, και νομίζοντας ότι όντως ήταν άρρωστη η Ανθία, την πήγε στο σπίτι του, την έβαλε να ξαπλώσει και την περιέβαλλε με φροντίδες, και όταν έδειξε να συνέρχεται, τη ρώτησε την αιτία της αρρώστιας της. «Αφέντη μου», του είπε εκείνη, «ήθελα από την αρχή να σου αποκαλύψω τη συμφορά μου και να σου διηγηθώ τι μου συνέβη, όμως από ντροπή δεν το τολμούσα· τώρα όμως δεν έχω πια λόγο να σου τα κρύβω, αφού ξέρεις πια τα πάντα για μένα. Ήμουν ακόμη μικρό κορίτσι, όταν σε μια θρησκευτική ολονυχτία απομακρύνθηκα από τους δικούς μου και έφτασα στον τάφο ενός άντρα που είχε πρόσφατα πεθάνει· εκεί μου παρουσιάστηκε κάποιος που βγήκε μέσα από το μνήμα και προσπάθησε να με βιάσει· εγώ αντιστάθηκα και έβαλα τις φωνές∙ εκείνος ήταν ανατριχιαστικός στην όψη, και είχε φωνή ακόμη πιο τρομακτική· τέλος, όταν ξημέρωσε, με άφησε, αλλά με χτύπησε στο στήθος λέγοντάς μου πως έβαλε μέσα μου αυτή την αρρώστια. Από τότε με κατέχει το κακό και με βασανίζει με χίλιους δύο τρόπους. Όμως σε ικετεύω, αφέντη μου, μην τα βάλεις μαζί μου, γιατί δεν φταίω εγώ για τη συμφορά μου. Θα μπορέσεις να με πουλήσεις και να μη χάσεις τίποτε από τα χρήματα που έδωσες». Ο προαγωγός ακούγοντας αυτά στενοχωρήθηκε, όμως τη συγχώρησε, αφού δεν ήταν η ίδια υπεύθυνη για την αρρώστια της.


Leno, qui Anthiam emerat, postremo quaestus gratia prostare coegit, pulchra veste multoque auro ornatam. Dum prostituendam in lustrum ducebat, illa sublata voce eiulans, Eheu me miseram! inquit, nonne sat erant praeterita infortunia, vincula, latrones, nisi et ad merendum corpore adigerer? O formam contumeliose merito habitam, cur enim remanes intempestiva? Sed quid ego flens non commentum aliquod molior, quo servatam huc usque pudicitiam custodiam? Haec dicens ad lenonis stabulum ducebatur, qui nunc bono esse animo hortabatur, nunc addebat minas. Ut venit, et prostitit, multitudo confluxit formam mirantium, multique pretium libidinis dare parati erant, cum illa, in malo ineluctabili se videns, effugii artem excogitavit. Subito concidit, artus remittuntur languidi ac velut resoluti, imitaturque correptos morbo, quem ceu divinitus immissum sacrum et divinum vocant. Qui aderant, misericordia pariter et metu affecti, concumbendi desiderio se abstinentes, Anthiae opem ferunt. Leno, quale sibi infortunium acciderit, intelligens, ac vere aegrotare puellam credens, domum subduxit, depositamque curare instituit. Ubi visa est sui compos facta, quaerit ab ea morbi causam. Quae, Et ante, di­xit, here, calamitatem tibi meam, et omnia, quae inciderunt, narrare volui, sed prae verecundia celavi; nunc, cum omnium ad me pertinentium certior sis, iam non pudet dicere. Dum essem admodum parvula, ac festum et pervigilium ageretur, a meis evagata ad tumulum perveni hominis novissime mortui. Ibi quidam mihi e tumulo exsiliens apparuit, qui prehendere conabatur. Aufugi ego clamitans: terrebat hominis adspectus, magisque vox ingens et atrox. Tandem, ut illuxit, abire me sivit, ac pectus meum percussit, dicens, se hunc mihi morbum immisisse. Exinde me id malum invasit, quod me varie diversis temporibus cruciat. Sed obsecro, here, ne succenseas mihi: non enim hoc factum culpa mea: vendere me poteris, nec quidquam de pretio perdere. Leno, id aegre ferens, puellae tamen ignovit, utpote non haec libenter passae.

Όπως είπαμε, τα αρχαία μυθιστορήματα έχουν όλα χάπι εντ. Πριν από αυτό, όμως, η αγωνία πρέπει να κορυφωθεί. Ο Ιππόθοος, ο καλός ληστής, έχασε τον μεγάλο του έρωτα, άντεξε τον γεμάτο κακουχίες ληστρικό βίο, κυνηγήθηκε και μετά βίας κατάφερε να σώσει το τομάρι του. Αλλά τώρα ήρθε η ώρα να ζήσει την πιο επικίνδυνη περιπέτειά του: ο Ιππόθοος παντρεύεται! Ευτυχώς η μοίρα τον λυπήθηκε για τα προηγούμενα βάσανά του και η δοκιμασία του κράτησε λίγο.

Ὁ δὲ Ἱππόθοος ὁ Περίνθιος ἐν τῷ Ταυρομενίῳ τὰ μὲν πρῶτα διῆγε πονήρως ἀπορίᾳ τῶν ἐπιτηδείων· χρόνου δὲ προϊόντος ἠράσθη πρεσβῦτις αὐτοῦ, καὶ ἔγημέ τε ὑπ’ ἀνάγκης τῆς κατὰ τὴν ἀπορίαν τὴν πρεσβῦτιν, καὶ ὀλίγῳ συγγενόμενος χρόνῳ, ἀποθανούσης αὐτῆς πλοῦτόν τε διαδέχεται πολὺν καὶ εὐδαιμονίαν· πολλὴ μὲν οἰκετῶν παραπομπή, πολλὴ δὲ [τῶν] ἐσθήτων ὕπαρξις καὶ σκευῶν πολυτέλεια. Διέγνω δὲ πλεῦσαι μὲν εἰς Ἰταλίαν, ὠνήσασθαι δὲ οἰκέτας ὡραίους καὶ θεραπαίνας καὶ ἄλλην σκευῶν περιβολήν, ὅση γένοιτ’ ἂν ἀνδρὶ εὐδαίμονι· ἐμέμνητο δὲ ἀεὶ τοῦ Ἁβροκόμου καὶ τοῦτον ἀνευρεῖν ηὔχετο, περὶ πολλοῦ ποιούμενος κοινωνῆσαί τε αὐτῷ τοῦ βίου παντὸς καὶ τῶν κτημάτων. Καὶ ὁ μὲν ἐπαναχθεὶς κατῆρεν εἰς Ἰταλίαν, εἵπετο δὲ αὐτῷ μειράκιον τῶν ἐν Σικελίᾳ εὖ γεγονότων, Κλεισθένης τοὔνομα, καὶ πάντων μετεῖχε τῶν Ἱπποθόου κτημάτων, καλὸς ὤν.


Στο μεταξύ ο Ιππόθοος από την Πέρινθο στην αρχή ζούσε άθλια στο Ταυρομένιο, στερημένος από τα πάντα∙ αργότερα όμως τον ερωτεύτηκε μια γριά, κι αυτός από ανάγκη την παντρεύτηκε, και αφού έζησε μαζί της λίγο διάστημα, εκείνη πέθανε, αφήνοντάς τον κληρονόμο σε όλη την τεράστια περιουσία της· πλήθος δούλους, πολυτελή ενδύματα και ακριβά έπιπλα. Αποφάσισε λοιπόν να πάρει το πλοίο για την Ιταλία και να αγοράσει ωραίους υπηρέτες και υπηρέτριες και όλα τα πολυτελή πράγματα που κάνουν έναν άνθρωπο πλούσιο∙ δεν ξε­χνούσε όμως και τον Αβροκόμη, και πάντα τον αναζη­τούσε, γιατί επιθυμούσε διακαώς να μοιραστεί μαζί του τη ζωή και τα υπάρχοντά του.
Πήρε λοιπόν το πλοίο και αποβιβάστηκε στην Ιταλία, συνοδευόμενος από ένα νεαρό Σικελιώτη ευγενικής κα­ταγωγής, που τον έλεγαν Κλεισθένη και με τον οποίο ο Ιππόθοος μοιραζόταν όλα τα υπάρχοντά του, καθώς ήταν πανέμορφος.


Interea Hippothous Perinthius Tauromenii statim inopia laboravit: inde, cum divitem anum, quae illum misere amabat, uxorem, inopia coactus, duxisset, illa brevi mortua, divitias et rerum omnium copiam adeptus est. Servorum magnus comitatus, multa vestis, et lauta et magnifica supellex non deerant. Statuit igitur in Italiam navigare, servos et ancillas forma luculenta emere, reliquumque cultum parare, qualem habere virum beatum deceat. Abrocomam subinde recordatus invenire optabat, id permagni existimans, si vitam omnino et divitias communes cum eo haberet. In Italiam devehitur, atque una illum e Si­cilia secutus ingenuus ac formosus adolescentulus, Clistheni nomen, fortunarum omnium socius et par­ticeps.
  
Αυτό πάλι τι σημαίνει; Από πότε μοιραζόμαστε τα υπάρχοντά μας με κάποιον, μόνο και μόνο επειδή είναι πανέμορφος; Εδώ κάτι τρέχει. Φυσικά κάτι τρέχει και θα έπρεπε να το είχαμε καταλάβει λαμβάνοντας υπόψη την μέχρι τώρα ζωή του Ιππόθοου.
Το έργο φτάνει στο τέλος του. Έφτασε η στιγμή που θα ενώσει παντοτινά την Ανθία και τον Αβροκόμη. Η ευτυχία τόση, που διαχέεται και σε άλλα ερωτευμένα ζευγάρια. Στην Ρόδη και τον Λεύκωνα, τους ακόλουθους των πρωταγωνιστών μας. Στον Κλεισθένη και τον Ιππόθοο, έτσι, για να μην μείνουμε με αμφιβολίες για την φύση της σχέσης τους.

Συνέρρει δὲ ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν Ροδίων, πυνθανόμενον τὴν Ἀνθίας εὕρεσιν καὶ Ἁβροκόμου· παρῆν δὲ ἐν τούτῳ καὶ ὁ Ἱππόθοος, ἐγνωρίσθη τε τοῖς περὶ τὸν Λεύκωνα καὶ αὐτὸς ἔμαθεν οἵ τινές εἰσι· καὶ ἦν τὰ μὲν ἄλλα ἐν αὐτοῖς ἐπιτηδείως, τὸ δὲ ὅτι μηδέπω Ἁβροκόμης ταῦτα ἐπίσταται· ἔτρεχον δὲ ὡς εἶχον ἐπὶ τὴν οἰκίαν. Ὁ δὲ ὡς ἤκουσεν ὑπό τινος τῶν Ροδίων τὴν τῆς Ἀνθίας εὕρεσιν, διὰ μέσης τῆς πόλεως βοῶν Ἀνθία ἐοικὼς μεμηνότι ἔθεε. Καὶ δὴ συντυγχάνει τοῖς περὶ τὴν Ἀνθίαν πρὸς τῷ ἱερῷ τῆς Ἴσιδος, πολὺ δὲ τῶν Ροδίων πλῆθος ἐφείπετο. Ὡς δὲ εἶδον ἀλλήλους, εὐθὺς ἀνεγνώρισαν· τοῦτο γὰρ αὐτοῖς ἐβούλοντο αἱ ψυχαί· καὶ περιλαβόντες ἀλλήλους εἰς γῆν κατηνέχθησαν· κατεῖχε δὲ αὐτοὺς πολλὰ ἅμα πάθη, ἡδονή, λύπη, φόβος, ἡ τῶν πρότερον μνήμη, τὸ τῶν μελλόντων δέος· ὁ δὲ δῆμος ὁ Ροδίων ἀνευφήμησέ τε καὶ ἀνωλόλυξε, μεγάλην θεὸν ἀνακαλοῦντες τὴν Ἶσιν, πάλιν λέγοντες ὁρῶμεν Ἁβροκόμην καὶ Ἀνθίαν τοὺς καλούς. Οἱ δὲ ἀναλαβόντες ἑαυτούς, διαναστάντες εἰς τὸ τῆς Ἴσιδος ἱερὸν εἰσῆλθον σοὶ λέγοντες, ὦ μεγίστη θεά, τὴν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ἡμῶν χάριν οἴδαμεν· διὰ σέ, ὦ πάντων ἡμῖν τιμιωτάτη, ἑαυτοὺς ἀπειλήφαμεν· προεκυλίοντό τε τοῦ τεμένους καὶ τῷ βωμῷ προσέπιπτον.
Καὶ τότε μὲν αὐτοὺς ἄγουσιν οἱ περὶ τὸν Λεύκωνα εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ὁ Ἱππόθοος τὰ αὑτοῦ μετεσκευάζετο παρὰ τὸν Λεύκωνα, καὶ ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς τὸν εἰς Ἔφεσον πλοῦν· ὡς δὲ ἔθυσαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ εὐωχήθησαν, πολλὰ καὶ ποικίλα παρὰ πάντων τὰ διηγήματα, ὅσα τε ἔπαθεν ἕκαστος καὶ ὅσα ἔδρασε, παρεξέτεινόν τε ἐπὶ πολὺ τὸ συμπόσιον, ὡς αὑτοὺς ἀπολαβόντες χρόνῳ. Ἐπεὶ δὲ νὺξ ἤδη ἐγεγόνει, ἀνεπαύοντο οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ὅπως ἔτυχον, Λεύκων μὲν καὶ Ρόδη, Ἱππόθοος δὲ καὶ τὸ μειράκιον τὸ ἐκ Σικελίας τὸ ἀκολουθῆσαν εἰς Ἰταλίαν ἰόντι αὐτῷ ὁ Κλεισθένης ὁ καλός· ἡ δὲ Ἀνθία ἀνεπαύετο μετὰ Ἁβροκόμου.


Μόλις μαθεύτηκε στη Ρόδο πως ξαναβρέθη­καν η Ανθία και ο Αβροκόμης, συνέρευσε μεγάλο πλήθος λαού, ανάμεσά τους και ο Ιππόθοος, που στο μεταξύ τον είχαν αναγνωρίσει ο Λεύκων και η Ρόδη και εκείνος είχε μάθει ποιοι ήταν. Έτσι, όλα τους πήγαιναν κατ’ ευχήν, και έμενε μόνο να μάθει τα νέα και ο Αβροκόμης· έτρεξαν λοιπόν αμέσως στο σπίτι. Εκείνος τώρα, μόλις έμαθε από κάποιον Ρόδιο πως βρέθηκε η Ανθία, άρχισε να τρέχει σαν τρελός στους δρόμους της πόλης φωνάζο­ντας το όνομά της. Τέλος τη συναντά κοντά στο ιερό της Ίσιδος· την ακολουθούσε ένα απέραντο πλήθος Ροδίων. Μόλις κοιτάχτηκαν, αμέσως αναγνώρισε ο ένας τον άλλο, γιατί αυτό ποθούσαν οι ψυχές τους· αγκαλιά­στηκαν και έπεσαν καταγής, καθώς τους διακατείχαν ανάμικτα συναισθήματα: χαρά, λύπη, φόβος, μνήμες του παρελθόντος, αγωνία για το μέλλον. Τότε το πλήθος των Ροδίων ζητωκραύγασε χαρούμενο, και όλοι επικα­λούνταν την Ίσιδα, τη μεγάλη θεά, ανακράζοντας: «Βλέπουμε ξανά το ωραίο ζευγάρι, την Ανθία και τον Αβρο­κόμη.» Τέλος οι δυο τους συνήλθαν, σηκώθηκαν και εισήλθαν στον ναό της Ίσιδος αναφωνώντας: «Σε σένα, υπέρτατη θεά, χρωστάμε τη σωτηρία μας· χάρη σε σένα, ω σεβάσμια όσο καμία για μας, ξαναβρήκαμε ο ένας τον άλλο»· και λέγοντας αυτά έπεφταν στα γόνατα μπροστά στο τέμενος και προσκυνούσαν τον βωμό.
Στη συνέχεια ο Λεύκων και η Ρόδη τους οδήγησαν στο σπίτι τους, όπου ο Ιππόθοος μετέφερε όλα του τα υπάρχοντα, και ήταν πλέον έτοιμοι να ανοίξουν πανιά για την Έφεσο. Την υπόλοιπη μέρα την πέρασαν με θυσίες και συμπόσια, και όλοι είχαν πολλά και διάφορα να διη­γηθούν, τι έκανε και τι έπαθε ο καθένας τους, και το φαγοπότι συνεχίστηκε ως αργά, αφού ξανάσμιξαν ύστερα από τόσα χρόνια χωρισμού. Κι όταν πια έπεσε η νύχτα, όλοι έπεσαν να ξεκουραστούν όπως ποθούσαν, ο Λεύκων με τη Ρόδη, ο Ιππόθοος με τον ωραίο Κλεισθένη, τον νεαρό από τη Σικελία που τον είχε ακολουθήσει στην Ιταλία, και φυσικά η Ανθία με τον Αβροκόμη.


Confluxit omnis Rhodiorum multitudo, ut audivere inventos Anthiam et Abrocomam. Tum vero accessit etiam Hippothous, innotuitque Leuconi et Rhodae, simul et ipse, quinam essent, certior factus. Ac de reliquo quidem inter eos commode se res habebat; hoc tamen minus, quod necdum ista sciret Abrocomas: itaque confestim domum accucurrerunt. Ille interim, postquam ex aliquo Rhodiorum acceperat, inventam esse Anthiam, per mediam urbem velut amens currebat, Anthiam subinde clamans. Occurrit tandem Anthiae ad aedem Isidis, plurimique Rhodiorum sequebantur. Ubi se mutuo viderunt, statim agnovere, volentibus id utriusque animis, et invicem amplexati succidunt genua multifaria animi commotione affectis, voluptate, dolore, timore, praeteritorum memoria, futurorum metu. Rhodiorum vulgus faustum laetumque acclamarunt, magnam Deam invocantes Isin. En iterum, dicebant, videmus Abrocomam et Anthiam, eximios forma adolescentes. Illi, ut animus rediit, surrexere, et Isidis aedem ingressi, Tibi, inquiunt, o maxima Dea, tibi gra­tia pro nostra incolumitate habetur: auxilio tuo, o nobis omnium maxime colenda, nosmet ipsos recepimus. Provoluti sunt ante lucum, et ad aram prociderunt, ac tandem Leuconis domum ducuntur, in quam et Hippothous migravit; paratique ad iter in Ephesum erant.
Cum, sacris illo die factis, epulis accubuissent, multaeque consertae narrationes, utpote qui longo post tempore iterum coniuncti essent, eorum, quae quisque passus fuerat, aut fecerat, protraxissent convivium, ubi nox accessit, cubant, alii quidem ut cuique obtigit, Leuco vero cum Rhoda, Hippothous cum adolescentulo egregiae formae Clisthene, qui ei e Sicilia in Italiam eunti comes fuerat, et Anthia cum Abrocoma.


Η νεοελληνική μετάφραση που χρησιμοποιήσαμε προέρχεται από την έκδοση του Κάκτου. Αυτήν την έκδοση των Εφεσιακών μπορείτε να την βρείτε στο δίκτυο σε pdf.

Quid enim Veneri cum armis? – Κόλλουθος, Τριφιόδωρος, Μουσαίος


Στα «Φιλολογικά Πορτραίτα» του Δ. Ταγκόπουλου αναφέρεται η περίπτωση του γεννημένου στη Βράιλα της σημερινής Ρουμανίας Κλεάνθη Παπάζογλου, ο οποίος ήταν ο ποιητής του απίστευτου δίστιχου:
Και τόσον με εμάγευσεν
o αβροβάτης πους της.
Ο ίδιος ο Ταγκόπουλος αναφέρει πως το δίστιχο αυτό συχνά  μνημόνευε ξεκαρδισμένος ο Παλαμάς, προφανώς ως παράδειγμα άτεχνης ποίησης. Έκτοτε έχουμε φάει τα λυσσιακά μας να βρούμε άλλα πονήματα του ευδοκίμου ποιητού, το μόνο, όμως, που καταφέραμε να ανακαλύψουμε γι’ αυτόν ήταν κάποιο άρθρο αφιέρωμα σε τοπικό ιστορικολογοτεχνικό περιοδικό.
Η ανάρτηση αυτή κινδυνεύει να γίνει η δική μας μπαλάντα στους άγνωστους ποιητές των αιώνων. Μια που δεν έχουμε να προσφέρουμε τίποτε από Παπάζογλου, καταφεύγουμε στην αρχαιότητα, για να γνωρίσουμε δύο ποιητές, που και αυτοί χλευάστηκαν και λοιδορήθηκαν, τον Κόλλουθο και τον Τριφιόδωρο. Το έργο τους μετέφρασε στην νεοελληνική, σε μικρό τομίδιο, ο γνωστός ύποπτος Πάικος Νικολαΐδης Ασιλάνης. Οι Κόλλουθος και Τριφιόδωρος θεωρούνται τόσο κακοί ποιητές, ώστε ακόμη και αυτός ο A. Lesky στην περιώνυμη «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» γράφει χαρακτηριστικά για τα έργα τους: «Καλύτερα θα ήταν να μην τα είχαμε.»!!! Και σε άλλα σημεία της Ιστορίας του ο Lesky εκφράζει, αν μη τι άλλο, έκκεντρες, παράδοξες απόψεις, αλλά το να γράφει την παραπάνω φράση λάτρης της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας είναι τουλάχιστον αλλόκοτο.
Όσοι έχουν υπομονή ας κρίνουν μόνοι. Θα παραθέσουμε τμήματα της μετάφρασης του Ασιλάνη. Το έργο του Κόλλουθου ονομάζεται «Αρπαγή Ελένης». Σ’ αυτό περιγράφεται η οργή της Έριδος, της οποίας το μήλο οδήγησε στα καλλιστεία των θεαινών και, εξαιτίας του αποτελέσματος, στον Τρωικό Πόλεμο. Γνωρίζουμε από την μυθολογία πως ο Πάρης έχρισε νικήτρια την Αφροδίτη, επειδή αυτή του έταξε την Ωραία Ελένη. Αναρωτιέται κανείς: «Καλά τόσο ψωλόμυαλος ήταν ο Πάρης, που προτίμησε μία μόνο γυναίκα, έστω πανέμορφη, ενώ με το δώρο της Ήρας θα μπορούσε να πηδάει όσες κουκλάρες ήθελε; Τρελάθηκε;». Ναι, μας λέει  ο Κόλλουθος. Και στο παρακάτω απόσπασμα εξηγεί τι ήταν αυτό που τον τρέλανε. Δίνεται το αρχαίο ελληνικό κείμενο και ακολουθούν η νεοελληνική μετάφραση του Ασιλάνη και η λατινική του Salvini.


ἡ δ’ ἑανὸν βαθύκολπον, ἐς ἠέρα γυμνώσασα
κόλπον, ἀνῃώρησε καὶ οὐκ ἠδέσσατο Κύπρις.
χειρὶ δ’ ἐλαφρίζουσα μελίφρονα δεσμὸν ἐρώτων
στῆθος ἅπαν γύμνωσε καὶ οὐκ ἐμνήσατο μαζῶν.
τοῖα δὲ μειδιόωσα προσέννεπε μηλοβοτῆρα·
δέξο με καὶ πολέμων ἐπιλήθεο, δέχνυσο μορφὴν
ἡμετέρην καὶ σκῆπτρα καὶ Ἀσίδα κάλλιπε γαῖαν.
ἔργα μόθων οὐκ οἶδα· τί γὰρ σακέων Ἀφροδίτῃ;
ἀγλαΐῃ πολὺ μᾶλλον ἀριστεύουσι γυναῖκες.
ἀντὶ μὲν ἠνορέης ἐρατὴν παράκοιτιν ὀπάσσω,
ἀντὶ δὲ κοιρανίης Ἑλένης ἐπιβήσεο λέκτρων·
νυμφίον ἀθρήσει σε μετὰ Τροίην Λακεδαίμων.
οὔπω μῦθος ἔληγεν, ὁ δ’ ἀγλαὸν ὤπασε μῆλον,
ἀγλαΐης ἀνάθημα, μέγα κτέρας Ἀφρογενείῃ,
φυταλιὴν πολέμοιο, κακὴν πολέμοιο γενέθλην.
χειρὶ δὲ μῆλον ἔχουσα τόσην ἀνενείκατο φωνὴν
῞Ηρην κερτομέουσα καὶ ἀντιάνειραν Ἀθήνην·
εἴξατέ μοι πολέμοιο συνήθεες, εἴξατε νίκης.
ἀγλαΐην ἐφίλησα, καὶ ἀγλαΐη με διώκει.


Τώρα το στηθόδεσμό της τον πλουμιστόν η Κύπρη
έβγαλε και τον κόρφο της δεν ντράπη να γυμνώσει.
Σήκωσε με το χέρι της το γλυκό το συνδετήρα
των Ερώτων, δε θυμήθη τα βυζιά της κι όλο της
το στήθος ξεγυμνώνοντας είπε στο βοσκό γελώντας:
«Προτίμησέ με, ξέχασε τον πόλεμο και μέτρα
την ιδική μου ομορφιά, παράτα της Ασίας                                                         
το σκήπτρο και τη γην. Εγώ πολέμου έργα δεν ξέρω·
τι τις θέλει η Αφροδίτη τις ασπίδες; Οι γυναίκες
πιότερο με την ομορφιά κερδίζουνε τις μάχες.
Αντί γι’ αντρειά μια όμορφη γυναίκα θα σου δώσω,
αντί νά ’χεις βασίλειο στην κλίνη της Ελένης
ανέβα· θα σε ιδεί γαμπρό μετά την Τροία η Σπάρτη».                                    
Δεν τέλειωσε το λόγο της κι εκείνος το βραβείο
της ομορφιάς της έδωκε, τ’ ώριο το μήλο, πλούτος
μέγας για την Αμφιγένεια, την πηγή και το φυτώριο
φριχτών πολέμων. Κράταγε το μήλο και στην Ήρα
και την αρρενωπή Αθηνά είπε να τις χλευάσει:
«Μακριά απ’ την κρίση, γνώριμες απαρνηθείτε νίκες.
Εγώ την ομορφιά αγαπώ, την πιστή την ομορφιά μου».


At Venus sinuosam vestem in aera, denudato
sinu, absque ullo pudore sustulit,
et manu mellitum amorum vinculum allevans
pectus omne nudavit, neque de mammis cogitavit.
Talibus itaque blande subridens pastorem adloquebatur:
Accipe, et bellorum obliviscere; accipe formam
nostram, et sceptra Asiaeque regnum mitte.
Bellorum ignara sum: quid enim Veneri cum armis?
Pulcritudine multo magis excellunt feminae.
Pro fortitudine dabo gratam coniugem:
Pro imperio vero Helenae torum conscendes.
Sponsum se post Troiam videbit Lacedaemon.
Nondum sermonem finierat, quum ille pulcrum pomum obtulit,
pulcritudinis ornamentum magnamque Veneri possessionem,
belli seminarium, pravamque belli genitricem.
Manu autem pomum tenens talem edidit vocem,
Iunonem et Minervam viragimen malecictis irritans:
Cedite mihi, bellis adsuefactae, cedite victoriam.
Pulcritudinem amavi, et pulcritudo me comitatur.

Έπιασε το ανφέρ τέχνασμα της Αφοροδίτης. Κι ο Πάρης σεινάμενος κουνάμενος φεύγει, να διεκδικήσει το μπαξίσι της θεάς. Πριν ανταμώσει την Ελένη, κάνει την τουαλέτα του και βαδίζει αβρά (ο αβροβάτης πούστης) μην τυχόν και λερώσει –το χρυσό μου!- τα ποδαράκια του.

αὐτὰρ ὁ χιονέοιο λοεσσάμενος ποταμοῖο
ὤχετο φειδομένοισιν ἐπ’ ἴχνεσιν ἴχνος ἐρείδων,
μὴ πόδες ἱμερόεντες ὑποχραίνοιντο κονίης,
μὴ πλοκάμων κυνέῃσιν ἐπιβρίσαντες ἐθείρας
ὀξύτερον σπεύδοντος ἀναστέλλοιεν ἀῆται.


Στον ξάστερο τον ποταμόν αφού λούστηκεν ο Πάρης
βγήκεν έξω προσέχοντας πού πάταγε να μη
λερώσει τα μαγευτικά τα πόδια του στη σκόνη
και πιάνοντας το σκιάδι του για να μην ανακατώσουν
τ’ ανέμου οι πνοές την κόμη του με γοργό δρομούσε βήμα.

Paris vero niveo ablutus fluvio,
incedebat suspenso pede vestigial firmans,
ne pedes amabiles pulvere contaminarentur,
ne comtos capillos a pileo irruentes
venti, ocius illo festinante, turbarent.

Η Ελένη εντυπωσιάζεται από την όψη του. Λίγο έλειψε να πιστέψει πως παρουσιάστηκε εμπρός της ο ίδιος ο θεός Έρωτας. Τέτοιος κούκλος σίγουρα κρατά από βασιλική γεννιά. Αλλά η Ελένη τους αρχόντους της Ελλάδας τους γνωρίζει από την εποχή που την διεκδικούσαν όλοι. Αυτόν δεν τον ξέρει, γι’ αυτό ζητά να μάθει από πού κατάγεται.

ἤδη δ’ ἀγχιδόμοισιν ἐπ’ Ἀτρείδαο μελάθροις
ἵστατο θεσπεσίῃσιν ἀγαλλόμενος χαρίτεσσιν.
οὐ Διὶ τοῖον ἔτικτεν ἐπήρατον υἷα Θυώνη·
ἱλήκοις, Διόνυσε· καὶ εἰ Διός ἐσσι γενέθλης,
καλὸς ἔην καὶ κεῖνος ἐπ’ ἀγλαΐῃσι προσώπων.
ἡ δὲ φιλοξείνων θαλάμων κληῖδας ἀνεῖσα
ἐξαπίνης Ἑλένη μετεκίαθε δώματος αὐλὴν
καὶ θαλερῶν προπάροιθεν ὀπιπεύουσα θυράων
ὡς ἴδεν, ὣς ἐκάλεσσε καὶ ἐς μυχὸν ἤγαγεν οἴκου
καί μιν ἐφεδρήσσειν νεοπηγέος ὑψόθεν ἕδρης
ἀργυρέης ἐπέτελλε· κόρον δ’ οὐκ εἶχεν ὀπωπῆς
ἄλλοτε δὴ χρύσειον ὀισαμένη Κυθερείης
κοῦρον ὀπιπεύειν θαλαμηπόλονὀψὲ δ’ ἀνέγνω,
ὡς οὐκ ἔστιν Ἔρως· βελέων δ’ οὐκ εἶδε φαρέτρην
πολλάκι δ’ ἀγλαΐῃσιν ἐυγλήνοισι προσώπων
παπταίνειν ἐδόκευε τὸν ἡμερίδων βασιλῆα·
ἀλλ’ οὐχ ἡμερίδων θαλερὴν ἐδόκευεν ὀπώρην
πεπταμένην χαρίεντος ἐπὶ ξυνοχῇσι καρήνου.
ὀψὲ δὲ θαμβήσασα τόσην ἀνενείκατο φωνήν·
ξεῖνε, πόθεν τελέθεις; ἐρατὸν γένος εἰπὲ καὶ ἡμῖν.
ἀγλαΐην μὲν ἔοικας ἀριζήλῳ βασιλῆι,
ἀλλὰ τεὴν οὐκ οἶδα παρ’ Ἀργείοισι γενέθλην.


Τώρα στ’ ανάχτορα κοντά στην κατοικιά τ’ Ατρείδη
στέκουνταν υπερήφανος για τις θείες χάρες του.
Όχι, δεν εγέννησε, όχι η Θυώνη γιο στο Δία
πιο καλόν – συχώρα με Διόνυσε∙ κρατιέσαι βέβαια
απ’ το Δία, που κι αυτός έχει θωριά πανώρια.
Τώρα η Ελένη, ξαφνικά τις πόρτες των θαλάμων
άνοιξε τις φιλόξενες και στου σπιτιού κατέβη
την αυλή∙ και καθώς είδε στην οξώπορτα το νέο
τον κάλεσε μέσα να μπει και στης αυλής το βάθος
τον οδήγησε και πάνω σε νιόφτιαχτο ασημένιο
θρόνο του ’γνεψε να κάτσει κι αχόρταγα τον θώρει∙
και θαρρούσε της Κυθέρειας τον ξανθόν υγιό πως βλέπει
τον προστάτη των θαλάμων∙ ένοιωσεν όμως σε λίγο
ότι δεν ήτο ο Έρωτας∙ έλειπε η σαϊτοθήκη.
Πολλές φορές ενόμιζε στην ώρια του την όψη
με το θελκτικό το βλέμμα πως βλέπει των κλημάτων
το βασιλιά∙ δεν έβλεπεν όμως το φουσκωμένο
καρπό τους στη συνέχεια του κεφαλιού απλωμένον.
Στο τέλος με φωνή γλυκιά του ’πεν αλλοπαρμένη:
«Ξένε από πού; Μολόγα μας την αρχοντογεννιά σου.
Στην ομορφιά με βασιλιά πολυζήλευτον ομοιάζεις,
αλλά τη γενιά σου μέσα στους Αργείους δεν την ξέρω.


Iam autem prope aedes Menelai
accesserat, admiranda formae gratia insignis.
Non utique talem filium amabilem Iovi peperit Semele.
Ignoscas, Bacche, etsi sis ad origine Iovis.
Erat et ille egregia forma praeditus.
Helena autem hospitalium radium foribus reseratis
statim atrium aedificii transit,
et ante pulcras fores circumspectans,
ut vidit, ut animadvertit, eumque in conclave duxit.
Et sedi argenteae recens adpositae
insidere iussit; videndo oculos explore non potuit:
modo aureum Veneris filium cubicularium
videre se putans, donec tandem cognovits,
non esse Cupidinem: neque enim pharetram vidit;
saepe etiam ob faciei elegantis pulcritudinem
vitium regem se spectare existimabat:
donec tandem admirabunda in haec verba erupit:
Hospes, unde venisti? Dic mihi genus tuum, et patriam.
Pulcritudine quidem praeclaro regi similis es,
verum genus tuum inter Graecos non novi.

Ο Πάρης απαντά γρήγορα στις διαδικαστικές ερωτήσεις και περνά αμέσως στο ψητό. «Κάτσε μωρή να σε γαμήσω! Είναι εντολή της Αφροδίτης!». Και για να αποφύγει τυχόν τσιριμόνιες της Ελένης: «Άλλα δε θα ειπώ… εκείνα, / που πολύ καλά γνωρίζεις δε θα σου τα μάθω ατός μου». Αν κρίνουμε την μέχρι τώρα συμπεριφορά και τις προτεραιότητες του Πάρη, θα τολμούσαμε να υποθέσουμε πως το «εκείνα που πολύ καλά γνωρίζεις» κάτι πονηρό πρέπει να είναι. Συνεχίζοντας την επιθετική τακτική του επιχειρεί να κάμψει, πριν ακόμη εκδηλωθεί, την ύστατη άμυνα της Ελένης, ίσως ένα «Μη, ποταπέ! Είμαι παντρεμένη γυναίκα!». Πριν, λοιπόν, τον προλάβει η Ελένη, ο Πάρης επιστρατεύει το απύθμενο θράσος του και προσπαθεί να εκμηδενίσει τον παράγοντα σύζυγος, λέγοντας ότι ο Μενέλαος είναι λουλού!

αὐτὰρ ἐγώ, βασίλεια, δικασπόλος εἰμὶ θεάων·
καὶ γὰρ ἀκηχεμένῃσιν ἐπουρανίῃσι δικάζων
Κύπριδος ἀγλαΐην καὶ ἐπήρατον ἤνεσα μορφήν,
ἡ δὲ περικλήιστον, ἐμῶν ἀντάξιον ἔργων,
νύμφην ἱμερόεσσαν ἐμοὶ κατένευσεν ὀπάσσαι,
ἣν Ἑλένην ἐνέπουσι, κασιγνήτην Ἀφροδίτης,
ἧς ἕνεκεν τέτληκα καὶ οἴδματα τόσσα περῆσαι.
δεῦρο γάμον κεράσωμεν, ἐπεὶ Κυθέρεια κελεύει·
μή με καταισχύνειας, ἐμὴν μὴ Κύπριν ἐλέγξῃς.
οὐκ ἐρέω· τί δὲ τόσσον ἐπισταμένην σε διδάξω;
οἶσθα γάρ, ὡς Μενέλαος ἀνάλκιδός ἐστι γενέθλης·
οὐ τοῖαι γεγάασιν ἐν Ἀργείοισι γυναῖκες,
καὶ γὰρ ἀκιδνοτέροισιν ἀεξόμεναι μελέεσσιν
ἀνδρῶν εἶδος ἔχουσι, νόθοι δ’ ἐγένοντο γυναῖκες.


Εγώ κι ουράνιων θεαινών ο δικαστής υπήρξα.
Γιατί όταν για την ομορφιά καυγάδιζαν, την Κύπρη
έκρινα πιο ομορφότερη και με περίσσιες χάρες∙
και για το πολυφήμιστο καλό, που είδεν εκείνη
από με, μια σύζυγο χαριτόβρυτη υποσχέθη
να μου δώσει, που Ελένη την καλούν κ’ είναι της Κύπρης
αδερφή∙ και που για δαύτη τι δεν τράβηξα περνώντας
θάλασσες τόσες∙ μπρος λοιπόν με γάμο ας ενωθούμε,
τι η Κυθέρεια το προστάζει∙ μη με καταφρονέσεις,
μη την Κύπρη μου διαψεύσεις. Άλλα δε θα ειπώ… εκείνα,
που πολύ καλά γνωρίζεις δε θα σου τα μάθω ατός μου.
Ξέρεις πως ο Μενέλαος είναι γέννημα άνανδρης
γενιάς, αν εγεννήθηκαν τέτοιες γυναίκες στ’ Άργος
γιατί αν και μεγαλώνουνε μ’ αδυνατισμένα μέλη
έχουν αντρών θωριά, μα ψεύτικες γεννήθηκαν γυναίκες.

Ceterum, o regina, dearum arbiter sum:
quippe qui maestis ius dicens deabus,
Veneris pulcritudinem formamque amabilem probavi.
Illa vero praeclaram, meisque laboribus respondentem,
gratam puellam mihi daturam se promisit,
quam Helenam appellitant, sororem Veneris,
cuius gratia tot maria superare sustinui.
Agedum, nuptias ineamus, quoniam Venus praecipit.
Ne me rubore perfundas, meamque Venerem reprehendas.
Plura non addam: quid enim gnaram te illa docerem?
Etenim nosti, genere imbelli Menelaum esse.
Non tales mulieres inter Graecos inveniuntur:
deformioribus enim natae membris,
forma viros referunt, et a ceteris mulieribus degenerant.

Η λουμπίνα, αυτός που φοβόταν μην λερωθούν οι πατουσίτσες του και χαλάσουν οι τριχούλες του, κατηγορεί για έλλειψη ανδρισμού τον Μενέλαο! Κι όμως, είναι όντως χαρακτηριστικό  κουνιστών και αβροδίαιτων να κατηγορούν τους άλλους για συμπεριφορά που δεν ταιριάζει σε άντρα. Ο Κόλλουθος στον τομέα της ανθρώπινης παρατήρησης στόχευσε διάνα. Μήπως τελικά δεν είναι και τόσο κακός ποιητής;

Τα παραπάνω προκάλεσαν την Τρωική Εκστρατεία. Ο ποιητής Τριφιόδωρος στο έργο του «Ιλίου Άλωσις» περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του πολέμου. Οι Αχαιοί έχουν κατασκευάσει τον Δούρειο Ίππο και οι Τρώες είναι μες στην τρελή χαρά. Μάταια η Κασσάνδρα τους προλέγει τα δεινά που επίκεινται. Την όμορφη αυτήν κοπέλα λιγουρεύτηκε κάποτε ο Απόλλωνας και της ζήτησε να γίνει δική του. Αυτή σε αντάλλαγμα ζήτησε το χάρισμα της μαντικής. Ο μπουνταλάς Απόλλωνας της το πρόσφερε, αλλά η Κασσάνδρα δεν τήρησε την υπόσχεσή της (ίδιος ο παππούς της, ο Λαομέδων) και άφησε τον Απόλλωνα με την ψωλή στο χέρι. Θύμωσε αυτός, αλλά το δώρο δεν γινόταν να το πάρει πίσω. Έριξε, λοιπόν, κατάρα στην Κασσάνδρα να μην πιστεύει κανείς τις προφητείες της. Έτσι και τώρα, ο ίδιος της ο πατέρας, ο γέρος Πρίαμος, την κατσαδιάζει άσχημα, που χαλά το πάρτι των Τρώων.

ἡ μὲν ἔφη· τῇ δ’ οὔτις ἐπείθετο· τὴν γὰρ Ἀπόλλων
ἀμφότερον μάντιν τ’ ἀγαθὴν καὶ ἄπιστον ἔθηκεν.
τὴν δὲ πατὴρ ἐνένιπεν ὁμοκλήσας ἐπέεσσι·
τίς σε πάλιν, κακόμαντι, δυσώνυμος ἤγαγε δαίμων,
θαρσαλέη κυνόμυια; μάτην ὑλάουσ’ ἀπερύκεις.
οὔπω σοι κέκμηκε νόος λυσσώδεϊ νούσῳ,
οὐδὲ παλιμφήμων ἐκορέσσαο λαβροσυνάων;
ἀλλὰ καὶ ἡμετέρῃσιν ἐπαχνυμένη θαλίῃσιν
ἤλυθες, ὁππότε πᾶσιν ἐλεύθερον ἦμαρ ἀνῆψεν
ἡμῖν Ζεὺς Κρονίδης, ἐκέδασσε δὲ νῆας Ἀχαιῶν.
οὐδ’ ἔτι δούρατα μακρὰ τινάσσεται, οὐδ’ ἔτι τόξα
ἕλκεται, οὐ ξιφέων σελαγή, σιγῶσι δ’ ὀιστοί,
ἀλλὰ χοροὶ καὶ μοῦσα μελίπνοος, οὐδ’ ἔτι νείκη,
οὐ μήτηρ ἐπὶ παιδὶ κινύρεται, οὐδ’ ἐπὶ δῆριν
ἄνδρα γυνὴ πέμψασα νέκυν δακρύσατο χήρη·
ἵππον ἀνελκόμενον δέχεται πολιοῦχος Ἀθήνη.
παρθένε τολμήεσσα, σὺ δὲ πρὸ δόμοιο θοροῦσα
ψεύδεα θεσπίζουσα καὶ ἄγρια μαργαίνουσα
μοχθίζεις ἀτέλεστα καὶ ἱερὸν ἄστυ μιαίνεις
ἔρρ’ οὕτως· ἡμῖν δὲ χοροὶ θαλίαι τε μέλονται.
οὐ γὰρ ἔτι Τροίης ὑπὸ τείχεσι δεῖμα λέλειπται,
οὐδ’ ἔτι μαντιπόλοιο τεῆς κεχρήμεθα φωνῆς.
ὣς εἰπὼν ἐκέλευσεν ἄγειν ἑτερόφρονα κούρην
κεύθων ἐν θαλάμοισι· μόγις δ’ ἀέκουσα τοκῆι
πείθετο, παρθενίῳ δὲ περὶ κλιντῆρι πεσοῦσα
κλαῖεν ἐπισταμένη τὸν ἑὸν μόρον· ἔβλεπε δ’ ἤδη
πατρίδος αἰθομένης ἐπὶ τείχεσι μαρνάμενον πῦρ.
οἱ δὲ πολισσούχοιο θεῆς ὑπὸ νηὸν Ἀθήνης
ἵππον ἀναστήσαντες ἐυξέστων ἐπὶ βάθρων
ἔφλεγον ἱερὰ καλὰ πολυκνίσσων ἐπὶ βωμῶν·
ἀθάνατοι δ’ ἀνένευον ἀνηνύστους ἑκατόμβας.
εἰλαπίνη δ’ ἐπίδημος ἔην καὶ ἀμήχανος ὕβρις,
ὕβρις ἐλαφρίζουσα μέθην λυσήνορος οἴνου.
ἀφραδίῃ τε βέβυστο, μεθημοσύνῃ τε κεχήνει
πᾶσα πόλις, πυλέων δ’ ὀλίγοις φυλάκεσσι μεμήλει·
ἤδη γὰρ καὶ φέγγος ἐδύετο, δαιμονίη δὲ
Ἴλιον αἰπεινὴν ὀλεσίπτολις ἀμφέβαλεν νύξ.


Είπε· μα δεν την πίστεψαν· τι και τα δυο τις είχε
δώσει ο θεός, αλάθευτη μάντισσα, αλλά απίστευτη.
Και φωναχτά ο πατέρας της την κατσάδιασε: «Κακούργα
μάντισσα, ποιος ολέθριος θεός σ’ έστειλε πάλι
ξεδιάντροπη σκυλόμυγα; Τα ψευτοουρλιαχτά σου
δε μας τραβούν. Το πνεύμα σου δεν κουράστηκε απ’ τη λύσσα
της νόσου σου; Δε χόρτασες αίσχιστες φλυαρίες;
Μόν’ ήρθες για τις ίδιες μας χαρές εδώ θλιμμένη,
όπου σ’ όλους μας ημέρα λευτεριάς χάρισε ο Δίας,
του Κρόνου ο γιος, που σκόρπισε των Αχαιών τα πλοία.
Τώρα τα μακριά κοντάρια δεν τινάζονται, τα τόξα
δεν τεντώνουν, δεν αστράφτουν ξίφη, σίγησαν τα βέλη,
χοροί μονάχα και γλυκό τραγούδι, όχι άλλες μάχες∙
η μάννα πάνω στο παιδί δεν κλαίει, μαϊδέ γυναίκα
χήρα πάνω στο λείψανο τ’ άντρα της που είχε στείλει
στον πόλεμο. Κ’ η Αθηνά δέχεται η πολιούχος
τον ίππο που τραβούμε· όμως εσύ, ξεδιάντροπη παρθένα
μπρος στ’ ανάχτορα πηδώντας και ψευτιές μαντεύοντας
κι έξαλλη για αδύνατα πασκίζεις και μιαίνεις
ιερή πόλη. Τσακίσου αποδώ· χοροί και γλέντια
καρτερούν εμάς, τι φόβο κάτω απ’ τα τειχιά της Τροίας
δεν έχουμε κι η μαντική δε μας χρειάζεται φωνή σου».
Είπε· και στου παλατιού τα βάθη πρόσταξε να οδηγήσουν
τη μαινόμενη την κόρη∙ με βια κι αθέλητά της
υπόκυψε και πέφτοντας στην παρθενική της κλίνη
έκλαιγε, γιατί γνώριζε την τύχη της κι ακόμη
τι έβλεπε φάουσα φωτιά στης πόλης της τα τείχη.
Ωστόσο οι Τρώες στο ναό μπροστά της πολιούχου
της Αθηνάς, εστήσανε πάνω στο βάθρο στέρια
τον ίππο κ’ έκαψαν σφαχτά στους βωμούς πλουσιότσικνα·
όμως οι θεοί δε στέργαν τέτοιες μάταιες θυσίες.
Το ’ριξε ο λαός στο γλέντι και δίχως μέτρο σ’ έργα
άπρεπα εκτράπηκε, έργα, μυαλοσαλεύτρας μέθης·
τρελάθηκε, βυθίστηκε στην ξεγνοιασιά όλη η πόλη·
και μόνο λίγοι φύλακες φρουρούσανε τις πύλες,
γιατί έσβησε τώρα το φως κ’ η θεϊκιά η νύχτα
σκέπασε την οχυρή Ίλιο για να την κάνει στάχτη.


Ipsa quidem sic loquuta est: ei vero nemo obtemperabat: ipsam namque Apollo
simul et bonam vatem, et suspectam reddidit.
Eam pater Priamus increpuit, minatus verbis;
Quis te iterum infaustam vatem improbus huc adduxit daemon ,
audax, impudentissima? frustra namque vaticinaris quaecumque dicis.
Nondum tibi defatigatus est animus insano morbo,
neque saturatus est turpibus furoribus?
Ceterum etiam nostris conviviis molesta
advenisti, quando omnibus liberum diem exhibuit
nobis Iuppiter Saturnides, et dissipavit naves Grae­corum?
Neque amplius longae hastae vibrantur, neque ar­cus
intenduntur, nec armorum strepitus adest: silent etiam sagittae:
Verum choreae, et carmina mellisona, ut in victoria adsunt.
Non mater super filium luget, neque ad pugnam
mulier virum quae misit, mortuum plorat vidua,
Minerva vero tutelaris suscipit equum adductum.
Virgo audax, tu vero ex aedibus proruens,
mendacia vaticinata, et inutilia patriae tuae.
Laboras frustra, et sacram urbem contaminas.
Male pereas. Nobis vero choreae, convivia et car­mina curae sint.
Non enim amplius Troiae sub moenibus metus relictus est,
neque amplius indigemus vatidica tua voce.
Sic loquutus, iussit abducere desipientem virginent
intra penetralia thalami. Vix vero et invita patri
obtemperabat. Virgineum autem in lectum procidens
plorabat, cognoscens suum fatum. Videbat enim iam
patriae ardentis in moenibus grassantem ignem.
Ipsi vero sub templum deae Minervae urbis praesidis
equum constituentes in bene politis gradibus,
comburebant laetas hostias in odoratis aris.
Immortales vero respuebant ingratas hecatombas.
Porro convivium erat populare, et immensa petulantia,
petulantia provocans ebrietatem ex vino molles faciente:
stultitia vero ebrietate et tumultu sepulta fuerat
tota civitas: portarum vero paucis custodibus cura fuerat.
Et iam lumen solis occidebat: alma vero nox
urbi exitium adferens circumdedit Ilium excelsum.


Δυστυχώς για τους Τρώες οι προφητείες της Κασσάνδρας αποδεικνύονται ορθές. Να το αποτέλεσμα.


νήχετο δ’ αἵματι γαῖα, βοὴ δ’ ἄλληκτος ὀρώρει
Τρώων φευγόντων, ἐστείνετο δ’ Ἴλιος ἱρὴ
πιπτόντων νεκύων, οἱ δ’ ἀνδροφόνῳ κολοσυρτῷ
ἔζεον ἔνθα καὶ ἔνθα μεμηνότες οἷα λέοντες
σώμασιν ἀρτιφάτοισι γεφυρώσαντες ἀγυιάς.
Τρωιάδες δὲ γυναῖκες ὑπὲρ τεγέων ἀίουσαι
αἱ μὲν ἐλευθερίης ἐρατῆς ἔτι διψώουσαι
αὐχένας ἐς θάνατον δειλοῖς ὑπέβαλλον ἀκοίταις,
αἱ δὲ φίλοις ἐπὶ παισί, χελιδόνες οἷάτε κοῦφαι,
μητέρες ὠδύροντο· νέη δέ τις ἀσπαίροντα
ἠίθεον κλαύσασα θανεῖν ἔσπευδε καὶ αὐτὴ
οὐδὲ δορυκτήτοισιν ὁμοῦ δεσμοῖσιν ἕπεσθαι
ἤθελεν, ἀλλ’ ἐχόλωσε καὶ οὐκ ἐθέλοντα φονῆα
καὶ ξυνὸν λέχος ἔσχεν ὀφειλόμενον παρακοίτῃ.
πολλαὶ δ’ ἠλιτόμηνα καὶ ἄπνοα τέκνα φέρουσαι
γαστέρος ὠμοτόκοιο χύδην ὠδῖνα μεθεῖσαι
ῥιγεδανῶς σὺν παισὶν ἀπεψύχοντο καὶ αὐταί.


Στο αίμα η γης κολύμπησεν άπαυη κραυγή απ’ τους Τρώες,
που φεύγαν ακουγότανε το ιερό το Ίλιο,
γέμισε πτώματα νεκρών κ’ οι Αχαιοί σα λιόντες
μανιασμένοι δώθε εκείθε πηδούσανε και στρώναν
τους δρόμους με κουφάρια αντρών, που σκότωναν αράδα.
Οι γυναίκες απ’ τα ύψη του σπιτιού των άκουγαν,
κι άλλες τους για την ποθητή τη λευτεριά διψώντας
σκύβαν το λαιμό για να ’βρουν θάνατο απ’ τους άντρες των
τους φοβισμένους, κι άλλες τους, μάννες πάνω στα παιδιά τους
τα μικρά, σα χελιδόνες αλαφρές, κλαίγαν∙ μια νέα
θρηνώντας το μνηστήρα της, που ξεψύχαγε, βιαζόταν
να χαθεί μαζί του κι ούτε σ’ αιχμαλώτων έστεργε
να υποταχτεί συνήθειες· μόν’ πονόψυχου σφαγέα
την οργή ερεθίζοντας πέτυχε την ίδια κλίνη
να ’χει με το μελλόνυμφον. Άλλες τους, γκαστρωμένες
απόβαλαν κι ανάπνοα βλέπαν παιδιά κ’ οι ίδιες
με τρόπο οικτρό ξεψύχησαν μαζί με τα παιδιά τους.


Natabat autem sanguine terra: clamor etiam immensus excitabatur
Troianorum fugientium: quassabatur sacrum Ilium
cadaveribus cadentibus . Ipsi vero cruento tumultu
milites hinc et inde cum furore ruentes, quemadmodum leones,
corporibus recens peremtis, quasi ponte straverunt vias.
Troianae vero mulieres in tectis audientes tumultum,
aliae quidem libertatem amabilem adhuc sitientes,
colla ad necem porrigebant miseris maritis:
aliae vero super caris liberis, veluti hirundines expeditae
matres lugebant. Iuvencula vero quaepiam palpitantem
iuvenem deplorans , mori festinabat etiam ipsa:
neque una sequi bello captos vinctos
volebat, verum irritavit contra se invitum hostem,
et commune sepulcrum sortita est cum proprio marito.
Multae vero gestantes fetus immaturos, necdum vitales,
Effundentes partum imperfectum ventris abortientis,
et ipsae efflabant animam horribiliter cum liberis.

[...]

οἰκτρότατοι δὲ γέροντες ἀτιμοτάτοισι φόνοισιν
οὐδὀρθοὶ κτείνοντο, χαμαὶ δἱκετήσια γυῖα
τεινάμενοι πολιοῖσι κατεκλίνοντο καρήνοις.
πολλὰ δὲ νήπια τέκνα μινυνθαδίων ἀπὸ μαζῶν
μητέρος ἡρπάζοντο καὶ οὐ νοέοντα τοκήων
ἀμπλακίας ἀπέτινον, ἀνημέλκτου δὲ γάλακτος
παιδὶ μάτην ὀρέγουσα χοὰς ἐκόμισσε τιθήνη.
οἰωνοί τε κύνες τε κατὰ πτόλιν ἄλλοθεν ἄλλοι,
ἠέριοι πεζοί τε συνέστιοι εἰλαπινασταί,
αἷμα μέλαν πίνοντες ἀμείλιχον εἶχον ἐδωδήν,
καὶ τῶν μὲν κλαγγὴ φόνον ἔπνεεν, οἱ δ’ ὑλάοντες
ἄγρια κοπτομένοισιν ἐπ’ ἀνδράσιν ὠρύοντο,
νηλέες, οὐδ’ ἀλέγιζον ἑοὺς ἐρύοντες ἄνακτας.


Γερόντοι αξιολύπητοι, όχι όρθιοι με τρόπον
άτιμο σφαζόνταν, όταν πεσμένοι χάμω απλώναν
ικετευτικά τα χέρια κλίνοντας τ’ άσπρα κεφάλια.
Νήπια πολλά από το βυζί τ’ αρπάζανε της μάννας
όταν θενά το χαίρουνταν και δίχως να γνωρίζουν
των γονιών τις αμαρτίες τα ’σφαζαν∙ του κάκου η μάννα
εξεστηθώθη αβύζαχτο να πιει γάλα το μωρό της.
Όρνια και σκυλιά στην πόλη βαίνοντας ή φτερακώντας
δώθε εκείθε σε κοινό συμπόσιον ευωχούνταν·
και ροφώντας μαύρον αίμα, γεύουνταν θροφήν ανόσια·
τα όρνια φόνο ανάσαιναν με κρα-κρα· κι αλυχτώντας
τα σκυλιά ουρλιάζαν πάνω σε κομματιασμένους άντρες
κι ούτε τα ’μελε αν τα ίδια ξέσκιζαν τ’ αφεντικά τους.

Miserrimi vero senes iniquissimis caedibus
non stantes necabantur, sed humi supplicia genua
abiicientes, canis interficiebantur capitibus.
Multi etiam infantes liberi de brevi morituris uberibus
matris rapiebantur, et ratione carentes, parentum
delicta luebant: lactis vero nondum exhausti
infanti frustra praebens poculum mater mortem tulit.
Avesque, canesque per urbem aliunde alii,
Aeriae, terrestresque, domestici comessatores,
cruorem atrum bibentes, honendum carpserunt cibum.
Ac aliorum quidem caedem clangor spirabat: alii vero latrantes
iuxta viros hostiliter interemtos lugebant,
immites ipsi, neque curabant suorum dominorum raptores.


Κι η Κασσάνδρα τι απέγινε; Την βούτηξε ο Αίας ο Λοκρός και την γάμησε στην ψύχρα μέσα στον ναό της Αθηνάς. Αργότερα την πήρε ως λάφυρο ο Αγαμέμνονας. Όταν, ωστόσο, γύρισε στην πατρίδα του, η Κλυταιμνήστρα, χολωμένη που έπρεπε πλέον να ανταγωνίζεται την όμορφη παλλακίδα, φρόντισε να την ξεφορτωθεί θανατώνοντάς την. Από την άλλη, η Ελένη ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο Μενέλαος ορκιζόταν πως θα την κόψει φέτες, όταν, όμως, την αντίκρισε είπε να θυμηθούνε για λίγο τα παλιά, και η Ελένη κατέληξε βασίλισσα στην Σπάρτη. Λυπηρή κατάληξη για την Κασσάνδρα, που διαφύλαξε την τιμή της, μεγαλεία για την εξώλης και προώλης Ελένη. Το δίδαγμα: Γαμηθείτε, γιατί δε θα ’χετε καλό τέλος. Δεν περιμέναμε τίποτε άλλο από την φαλλοκρατική αρχαία Ελλάδα.

Αν, όμως, θεωρείτε φαλλοκρατική την παραπάνω ιστορία, περιμένετε να δείτε την επόμενη. Μαζί με τα έργα των Κόλλουθου και Τριφιόδωρου στο βιβλιαράκι που παρουσιάζουμε υπάρχει και το έργο «Τα καθ’ Ηρώ και Λέανδρον». Αποδίδεται σε κάποιον Μουσαίο, για τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε. Σε αντίθεση με αυτά των Κόλλουθου και Τριφιόδωρου, το δικό του έργο χαρακτηρίζεται αριστουργηματικό, κάποιοι το θεωρούν το τελευταίο σπουδαίο δείγμα της αρχαιοελληνικής ποίησης. Ας δούμε ποια ήταν αυτή η Ηρώ.


Ἡρὼ μὲν χαρίεσσα διοτρεφὲς αἷμα λαχοῦσα
Κύπριδος ἦν ἱέρεια· γάμων δ’ ἀδίδακτος ἐοῦσα
πύργον ἀπὸ προγόνων παρὰ γείτονι ναῖε θαλάσσῃ,
ἄλλη Κύπρις ἄνασσα. σαοφροσύνῃ δὲ καὶ αἰδοῖ
οὐδέποτ’ ἀγρομένῃσι συνωμίλησε γυναιξὶν
οὐδὲ χορὸν χαρίεντα μετήλυθεν ἥλικος ἥβης
μῶμον ἀλευομένη ζηλήμονα θηλυτεράων,
καὶ γὰρ ἐπ’ ἀγλαΐῃ ζηλήμονές εἰσι γυναῖκες.

Η Ηρώ, χαριτωμένη κορασιά, που ’τυχε νάχει
θεόθρεφτο αίμα, ιέρεια της Αφροδίτης ήταν∙
κι άμαθη από γάμους σ’ έναν κάθουνταν πύργο παράλιο
μια βασίλισσα, άλλη Κύπρη· ντροπαλή και φρόνιμη
δεν εσυναναστράφηκε ποτέ μ’ ομήλικές της
κι ούτε σε χορό, που δίνει τη χαρά στις νέες, πήγε
φεύγοντας των ζηλιάρικων γυναικών τις κατηγόριες·
τι οι γυναίκες για των άλλων τη χαρά ζηλεύουνε.


Η εμφάνιση της όμορφης ιέρειας προκαλούσε θάμβος στον αντρικό πληθυσμό. «Ας μην ήταν ιέρεια της Αφροδίτης και θα της πετούσα τα μάτια έξω» σκέφτονταν.

Ὣς ἡ μὲν περὶ πολλὸν ἀριστεύουσα γυναικῶν,
Κύπριδος ἀρήτειρα, νέη διεφαίνετο Κύπρις.
δύσατο δ’ ἠιθέων ἁπαλὰς φρένας οὐδέ τις αὐτῶν
ἦεν, ὃς οὐ μενέαινεν ἔχειν ὁμοδέμνιον Ἡρώ.
ἡ δ’ ἄρα, καλλιθέμεθλον ὅπῃ κατὰ νηὸν ἀλᾶτο,
ἑσπόμενον νόον εἶχε καὶ ὄμματα καὶ φρένας ἀνδρῶν.
καί τις ἐν ἠιθέοισιν ἐθαύμασε καὶ φάτο μῦθον·
καὶ Σπάρτης ἐπέβην, Λακεδαίμονος ἔδρακον ἄστρον,
ἧχι μόθον καὶ ἄεθλον ἀκούομεν ἀγλαϊάων·
τοίην δ’ οὔ ποτ’ ὄπωπα νέην ἰδανήν θ’ ἁπαλήν τε.
ἦ τάχα Κύπρις ἔχει Χαρίτων μίαν ὁπλοτεράων.
παπταίνων ἐμόγησα, κόρον δ’ οὐχ εὗρον ὀπωπῆς.
αὐτίκα τεθναίην λεχέων ἐπιβήμενος Ἡροῦς.
οὐκ ἂν ἐγὼ κατ’ Ὄλυμπον ἐφιμείρω θεὸς εἶναι
ἡμετέρην παράκοιτιν ἔχων ἐνὶ δώμασιν Ἡρώ.
εἰ δέ μοι οὐκ ἐπέοικε τεὴν ἱέρειαν ἀφάσσειν,
τοίην μοι, Κυθέρεια, νέην παράκοιτιν ὀπάσσαις.


Έτσι αυτή όντας η πρώτη σε πολλές γυναίκες μέσα,
εγίνηκεν ιέρεια της Κύπρης και μια νέα
Κύπρη φαινόταν∙ στ’ απαλά μυαλά των νέων μπήκε
κι άντρας δε βρέθη την Ηρώ σύγκλινη να μη θέλει.
Κι αυτή, όπου στον καλόφτιαχτο ναό, κι αν τριγυρνούσε
έσερνε πίσω της το νου, τα μάτια, και τον πόθο
των νέων. Κι ένας απ’ αυτούς θαμάζοντάς την, είπε:
«Και στη Σπάρτη επήγα κ’ είδα τη λακωνική την πόλη,
που για τη μάχη ακούομεν και γι’ αγώνες κάλλους∙ όμως
νέα τρυφερή κι ωραία σαν αυτή ποτέ δεν είδα·
κ’ η Κύπρη απ’ τις νεότερες Χάριτες μιαν ίσως έχει.
Κουράστηκα κοιτώντας την, όμως δεν τη χόρτασα.
Είθε να πέθαινα αφού πριν, στης Ηρώς την κλίνη ανέβω·
δε θα ’στεργα να ήμουν θεός στον Όλυμπον αν είχα
στα δώματά μου την Ηρώ σύγκλινην. Όμως σ’ εμένα
δεν ταιριάζει να θωπεύω τη δική σου ιέρεια·
είθε σαν αυτή τη νέα, Κύπρη, να μου δώσεις ταίρι».

Δεν ήταν, όμως, όλοι το ίδιο ευσεβείς. Κάποιος Λέανδρος δεν καταλαβαίνει από ιερατικά αξιώματα, καρφώνει την Ηρώ με τα μάτια του και, προς έκπληξή του, η ιέρεια ανταποκρίνεται. Να τα μας! Το όνειρο κάθε φαλλοκράτη, να πηδήξει όμορφη καλόγρια, πάει να πραγματοποιηθεί. Ο Λέανδρος κινείται πιο τολμηρά. Προσπαθεί, βέβαια, η Ηρώ να του κόψει την φόρα, αλλά ο Λέανδρος αποδεικνύεται έμπειρος στα ερωτικά: ξέρει ότι οι φοβέρες είναι λόγια γυναικών που πείθονται, οι απειλές των κορασίδων μηνύματα ερωτικών επαφών. Οποία φαλλοκρατία!

θαρσαλέως δ’ ὑπ’ ἔρωτος ἀναιδείην ἀγαπάζων
ἠρέμα ποσσὶν ἔβαινε καὶ ἀντίος ἵστατο κούρης.
λοξὰ δ’ ὀπιπεύων δολερὰς ἐλέλιζεν ὀπωπὰς
νεύμασιν ἀφθόγγοισι παραπλάζων φρένα κούρης.
αὐτὴ δ’, ὡς συνέηκε πόθον δολόεντα Λεάνδρου,
χαῖρεν ἐπ’ ἀγλαΐῃσιν· ἐν ἡσυχίῃ δὲ καὶ αὐτὴ
πολλάκις ἱμερόεσσαν ἑὴν ἐπέκυψεν ὀπωπὴν
νεύμασι λαθριδίοισιν ἐπαγγέλλουσα Λεάνδρῳ
καὶ πάλιν ἀντέκλινεν. ὁ δ’ ἔνδοθι θυμὸν ἰάνθη,
ὅττι πόθον συνέηκε καὶ οὐκ ἀπεσείσατο κούρη.
Ὄφρα μὲν οὖν Λείανδρος ἐδίζετο λάθριον ὥρην,
φέγγος ἀναστείλασα κατήιεν εἰς δύσιν Ἠώς,
ἐκ περάτης δ’ ἀνέτελλε βαθύσκιος Ἕσπερος ἀστήρ.
αὐτὰρ ὁ θαρσαλέως μετεκίαθεν ἐγγύθι κούρης,
ὡς ἴδε κυανόπεπλον ἐπιθρῴσκουσαν ὀμίχλην.
ἠρέμα δὲ θλίβων ῥοδοειδέα δάκτυλα κούρης
βυσσόθεν ἐστενάχιζεν ἀθέσφατον. ἡ δὲ σιωπῇ
οἷά τε χωομένη ῥοδέην ἐξέσπασε χεῖρα.
ὡς δ’ ἐρατῆς ἐνόησε χαλίφρονα νεύματα κούρης,
θαρσαλέῃ παλάμῃ πολυδαίδαλον εἷλκε χιτῶνα
ἔσχατα τιμήεντος ἄγων ἐπὶ κεύθεα νηοῦ.
ὀκναλέοις δὲ πόδεσσιν ἐφέσπετο παρθένος Ἡρώ,
οἷά περ οὐκ ἐθέλουσα, τόσην δ’ ἀνενείκατο φωνὴν
θηλυτέροις ἐπέεσσιν ἀπειλείουσα Λεάνδρῳ·
Ξεῖνε, τί μαργαίνεις; τί με, δύσμορε, παρθένον ἕλκεις;
ἄλλην δεῦρο κέλευθον, ἐμὸν δ’ ἀπόλειπε χιτῶνα.
μῆνιν ἐμῶν ἀλέεινε πολυκτεάνων γενετήρων.
Κύπριδος οὐκ ἐπέοικε θεῆς ἱέρειαν ἀφάσσειν,
παρθενικῆς ἐπὶ λέκτρον ἀμήχανόν ἐστιν ἱκέσθαι.
τοῖα μὲν ἠπείλησεν ἐοικότα παρθενικῇσιν.
Θηλείης δὲ Λέανδρος ὅτ’ ἔκλυεν οἶστρον ἀπειλῆς,
ἔγνω πειθομένων σημήια παρθενικάων·
καὶ γὰρ ὅτ’ ἠιθέοισιν ἀπειλείουσι γυναῖκες,
Κυπριδίων ὀάρων αὐτάγγελοί εἰσιν ἀπειλαί.

Κι απ’ το πάθος του σπρωγμένος στην αναίδεια, με θάρρος
και βήμα σταθερό μπροστά στην κόρη ήρθε κ’ εστάθη
κ’ έριξε γύρω δολερές ματιές λοξοκοιτώντας
και δίχως να μιλά το νου εθόλωσε της κόρης
με νεύματα· κι όπως ένοιωσε του Λέαντρου εκείνη
το δόλιο πόθον έχαιρε για τα κάλλη της∙ ωστόσο
πολλές φορές δεν έκρυψε ψύχραιμα την ερωτιάρα
ματιά της και τον πόθο της πρόδιδε κρυφοκοιτώντας
το Λέαντρον· όμως ήτανε διστακτική. Ενώ κείνος
ζεστάθη ακόμα κι ένοιωσε πως κι εκείνη τον ποθούσε.
Ζήταγε ευκαιρία να ’βρει ο Λέαντρος στην κόρη
να πάει κοντά, κι όταν το φως έσερνε η Αυγή στη δύση
και βαθύσκιωτο αστέρι στ’ ουρανού τα βάθη εφάνη
ο αποσπερίτης τότε, καθώς είδε μαύρη ομίχλη
να χύνεται, έτρεξε κοντά στην κόρη μετά θάρρους
και τα ροδοδάχτυλά της σφίγγοντας με ηρεμία
απ’ τα βάθη της καρδιάς του στέναζεν ανείπωτα.
Κι’ αυτή, δήθεν θυμωμένη, τράβηξε το ρόδινο
χέρι της βουβή. Κι εκείνος νοιώθοντας της ερωτιάρας
κόρης τα ήπια νεύματα με τα χέρια και με θάρρος
απ’ τον πλουμιστό της πέπλο την τραβούσε και στο βάθος
του πολυτίμητου ναού την οδηγούσε. Εκείνη,
η παρθένα Ηρώ, με βήμα σιγανόν ακολουθούσε,
κάνοντας πως δεν ήθελε και με γυναικεία λόγια
κι άγρια φωνήν το Λέαντρο απειλούσε: «Γιατί ξένε,
μανίζεις, γιατί άθλιε, παρθένα, εμένα, σύρεις;
Άλλο δρόμο πάρε κι άσε το χιτώνα μου. Φυλάξου
απ’ των γονιών μου την οργή. Μην αγγίζεις την ιέρεια
της Κύπρης· στην παρθενική κλίνη μου δεν θ’ ανέβεις!»
Αυτά τα λόγια, που ’μοιαζαν παρθένας λόγια, του ’πε.
Κι ο Λέαντρος ακούγοντας της κόρης τις φοβέρες
ένοιωσε πως ήσαν λόγια γυναικών, που πείθονται.
Όντας, όταν οι γυναίκες απειλούν, τους νέους, είναι
μηνύματα ερωτικών επαφών οι απειλές τους.

Και ο άθλιος Μουσαίος επιμένει, φαίνεται να απολαμβάνει, γι’ αυτό παρουσιάζει αναλυτικά την ερωτική υποταγή της Ηρώς στον φαλλοκράτη Λέανδρο.

ὣς εἰπὼν παρέπεισεν ἀναινομένης φρένα κούρης
θυμὸν ἐρωτοτόκοισι παραπλάγξας ἐνὶ μύθοις.
Παρθενικὴ δ’ ἄφθογγος ἐπὶ χθόνα πῆξεν ὀπωπὴν
αἰδοῖ ἐρευθιόωσαν ὑποκλέπτουσα παρειὴν
καὶ χθονὸς ἔξεεν ἄκρον ὑπ’ ἴχνεσιν, αἰδομένη δὲ
πολλάκις ἀμφ’ ὤμοισιν ἑὸν συνέεργε χιτῶνα.
πειθοῦς γὰρ τάδε πάντα προάγγελα· παρθενικῆς δὲ
πειθομένης ποτὶ λέκτρον ὑπόσχεσίς ἐστι σιωπή.

Είπε και θόλωσε το νου της παρθένας κι ας αρνιόταν
και την καρδιά της πλάνεψε με λόγια που γεννάει
ο έρωτας. Στη γη βουβή κάρφωσεν η παρθένα
το βλέμμα· και την κόκκινη από τη ντροπή της όψη
έκρυψε κ’ έξυνε τη γη με τα πόδια της κι άλλοτε
δίπλωνε το χιτώνα της στους ώμους της τριγύρω.
Γιατί όλα αυτά μηνύματα είναι ότι επείσθη η κόρη
κ’ η σιωπή υπόσχεση, πως δέχεται το γάμο.

Ο έρωτας θριαμβεύει. Δεν είναι, όμως, πρέπον να κοινοποιήσουν οι δυο νέοι τον έρωτά τους. Κρυφά πρέπει να γίνονται όλα. Τις κατοικίες των ερωτευμένων χωρίζει ο Ελλήσποντος. Ο Λέανδρος είναι υποχρεωμένος να παλεύει με τα κύματα, να διασχίζει κολυμπώντας σεβαστή απόσταση, προτού ξέπνοος σμίξει με την  αγαπημένη του. Αλλά εκεί τον περιμένει η Ηρώ, τον λούζει, του κάνει μασάζ και ακολουθούν τα περαιτέρω.


Ἡρὼ δ’ ἠλιβάτοιο φαεσφόρος ὑψόθι πύργου,
λεπταλέαις αὔρῃσιν ὅθεν πνεύσειεν ἀήτης,
φάρεϊ πολλάκι λύχνον ἐπέσκεπεν, εἰσόκε Σηστοῦ
πολλὰ καμὼν Λείανδρος ἔβη ποτὶ ναύλοχον ἀκτήν.
καί μιν ἑὸν ποτὶ πύργον ἀνήγαγεν. ἐκ δὲ θυράων
νυμφίον ἀσθμαίνοντα περιπτύξασα σιωπῇ
ἀφροκόμους ῥαθάμιγγας ἔτι στάζοντα θαλάσσης
ἤγαγε νυμφοκόμοιο μυχοὺς ἔπι παρθενεῶνος
καὶ χρόα πάντα κάθηρε. δέμας δ’ ἔχρισεν ἐλαίῳ
εὐόδμῳ ῥοδέῳ καὶ ἁλίπνοον ἔσβεσεν ὀδμήν.
εἰσέτι δ’ ἀσθμαίνοντα βαθυστρώτοις ἐνὶ λέκτροις
νυμφίον ἀμφιχυθεῖσα φιλήτορας ἴαχε μύθους·
Νυμφίε, πολλὰ μόγησας, ἃ μὴ πάθε νυμφίος ἄλλος,
νυμφίε, πολλὰ μόγησας· ἅλις νύ τοι ἁλμυρὸν ὕδωρ
ὀδμή τ’ ἰχθυόεσσα βαρυγδούποιο θαλάσσης.
δεῦρο τεοὺς ἱδρῶτας ἐμοῖς ἐνικάτθεο κόλποις.
Ὣς ἡ μὲν παρέπεισεν. ὁ δ’ αὐτίκα λύσατο μίτρην
καὶ θεσμῶν ἐπέβησαν ἀριστονόου Κυθερείης.
ἦν γάμος, ἀλλ’ ἀχόρευτος· ἔην λέχος, ἀλλ’ ἄτερ ὕμνων.


Τώρα κ’ η Ηρώ απ’ τον πύργο το ψηλόγκρεμνο έφερε
το λύχνο και μ’ ένα πανί τον σκέπαζεν απ’ όπου
φυσούσε αγέρας δυνατός, ώσπου μετά από μύριες
ταλαιπωρίες πάτησε απ’ τη Σηστός το χώμα
του λιμανιού ο Λέαντρος και στ’ αψηλόσπιτό της
τον ανέβασε· και τότε τον αγκάλιασε σωπώντας
κ’ ενώ ακόμη ασκόφερνεν εκείνος κ’ έσταζε άρμη
στα βάθη τον οδήγησε του νυφικού θαλάμου
κι όλο του ’πλυνε το σώμα και με λάδι τ’ άλειψε
κόκκινο και μυρωδάτο, που την οσμή της άρμης
εξάλειψε. Κι ενώ αυτός βαριανάσαινε, εχύθη
πάνω του στην κλίνη κ’ είπε λόγους αρεστούς στους άντρες:
«Αγάπη μου, τράβηξες πολλά, κ’ άχε μη βρούνε άλλο
γαμπρό· ναι, υπόφερες πολλά, νερό αρμυρό, χρυσέ μου,
χόρτασες και τη μυρουδιά βουερής και ψαροτρόφας
θάλασσας· μόν’ τον ίδρω σου στέγνωστον στην αγκαλιά μου».
Είπε· κι αυτός της έλυσε τη ζώνη και τους νόμους
της καλόβολης Κυθέρειας εφαρμόσαν∙ ήταν γάμος
δίχως χορό· γαμήλια πράξη μακριά από ύμνους.


Σχεδόν κάθε βράδυ η Ηρώ ανάβει έναν λύχνο. Είναι το κάλεσμά της στον Λέανδρο και σημάδι για τον νέο, ώστε να μην βγει εκτός πορείας στην διάρκεια της πλεύσης του. Οι νέοι απολαμβάνουν ηδονικές νυχτιές, αλλά ο χειμώνας πλησιάζει, ο Λέανδρος ζορίζεται όλο και περισσότερο να διαπλεύσει, κινδυνεύει τώρα η ζωή του. Οι εραστές συμφωνούν να ξανασυναντηθούν την Άνοιξη πια. Την επομένη, όμως, η Ηρώ –ο πόθος την έσπρωξε, η μοίρα;- ανάβει τον λύχνο. Ο Λέανδρος δεν αντέχει να μην ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Αντιμετωπίζει κύματα που ούτε καράβια τα αντέχουν, αλλά οι δυνάμεις του εξαντλούνται. Η Ηρώ προσπαθεί να κρατήσει αναμμένο τον λύχνο –το άστρο του έρωτα- αλλά οι σφοδροί άνεμοι δεν της το επιτρέπουν. Το πρωί βλέπει από τον ψηλό της πύργο το άψυχο σώμα του εραστή της. Πέφτει κι αυτή με το κεφάλι κάτω.

 

Το βιβλιαράκι που περιλαμβάνει την μετάφραση του Ασιλάνη στα έργα του Κόλλουθου, του Τριφιόδωρου και του Μουσαίου υπάρχει στο δίκτυο σε pdf.